Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Γ. Ξενόπουλος - ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΤΕΦΑ (απόσπασμα)


Ὁ Γιακουμάκης Στέφας ἦτο γέρων ἄνω τῶν ἑβδομήκοντα ἐτῶν, ἀλλ' ἡ ὄψις του ἐν γένει τὸν ἐδείκνυε πολὺ νεώτερον. Εὐθυτενὴς τὸ σῶμα, ζωηρὸς ἀρκετὰ τὰς κινήσεις, εὔχρους, μὲ πρόσωπον ἐξυρισμένον, χωρὶς μύστακα, ἐφόρει τὴν ἀφελῆ καὶ καθαρίαν ἐνδυμασίαν του, − ἄσπρον πανταλόνι λινὸν καὶ γιατέκαν ἀπὸ μαῦρο σόφι, μὲ ἀνοικτὸν ἄσπιλον ὑποκάμισον, ἐφ' οὗ ἔπιπτον αἱ ἄκραι τοῦ στενοῦ μαύρου λαιμοδέτου καὶ μὲ κασκέτον ἢ μπερετόνι ἀπὸ μαῦρον μεταξωτὸν μὲ στιλπνὴν προμετωπίδα, − τὴν ἐνδυμασίαν αὐτὴν τὴν ἐφόρει μ' ἐλευθερίαν καὶ ἄνεσιν σπανίαν δι' ἄνθρωπον τῆς ἡλικίας του. Ἤρκει νά τόν ἔβλεπέ τις μόνον, διὰ νὰ συμπαθήσῃ πρὸς αὐτὸν ζωηρῶς, καὶ πρὶν ἀκόμη διαστείλῃ τὸ χεῖλος εἰς τὸ σύνηθές του γλυκύτατον μειδίαμα, τὸ ἀποκαλύπτον ὀδοντοστοιχίαν πλήρη καὶ λευκήν.
Ὅταν προσετέθη καὶ αὐτὸς εἰς τοὺς περὶ τὸν Τόνην, ἐξαπλωθεὶς ἐπὶ μιᾶς πολυθρόνας καὶ κατὰ τὴν προτροπὴν τῆς συμβίας του ἀφαιρέσας τὸ μπερετόνι του, ἡ ὁμιλία ἐτράπη ἐπὶ τὰ πολιτικά.

«Ἐτούτη τὴ βολὰ ὅμως» ἤρχισεν ὁ σιὸρ Γιακουμάκης, ἄνευ οὐδενὸς προηγουμένου δικαιολογοῦντος τὸν ἐναντιωματικὸν «τὸν παπάκη σου θάν τονε κάμουμε πρῶτο· ἆ, πρῶτα ὁ Θεὸς καὶ ὁ Ἅγιος».
− Ναί, μὰ ποῦ δὲν εἶνε βέβαιο ἀκόμα ἂν θὰ ἐκτεθῇ;
− Μπᾶ, καὶ γιατί;
− Δὲν εἶδες ντισφάτα ποῦ ἔφαγε στὴν τελευταία ἐκλογή;
− Χμ! καὶ ποῖος τοὖπε νὰ κάμῃ τὸ ἀτζάρντο νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ κόμμα του καὶ νὰ στήσῃ κάλπη μοναχός του; Τόρα ποῦ ἐγύρισε πάλι καὶ θάν τονε βγάλῃ τὸ κόμμα του … ἆ μάλιστα … μάλιστα…
− Ὥστε, παναπῇ, δέν τονε ψηφᾷς σὰν Τοκαδέλο, παρὰ σὰν μηλιανό.
− Ἐγὼ νά σου πῶ· προκειμένου γιὰ τὸν πατέρα σου, τὸν παλαιό μου φίλο, δὲν ἀκούω οὔτε μηλιανούς, οὔτε λουβαίους. Μὰ ὁ κόσμος ἐδῶ δὲν κάνει σήμερα ἔτσι· θέλει τὸ κόμμα του καὶ δὲν ἀκούει τίποτσι ἄλλο. Μπορεῖ νά σου ψηφίσῃ, λέει ὁ λόγος, τὸν Τζαντζίλια ἀπὸ τὸ Γέτο, φτάνει νὰ ἰδῇ παντιεροῦλα στὴν κάλπη του.
− Στὴν Πάτρα, ποῦ λέμε πῶς εἶνε ἀπολίτιστοι καὶ ἄγριοι, δὲν τὰ κάνουν ἔτσι.
− Μὰ πῶς, δὲν ἔχουνε κόμματα ἐκεῖ; ἠρώτησεν ἔκπληκτος εἰς τὸ ἄκουσμα ἡ σιόρα Γιακουμάκαινα.
Ὁ Τόνης ἐπεξήγησε τότε ἐν συντομίᾳ πῶς τὰ κόμματα, ἓν συμπολιτευόμενον καὶ ἓν ἀντιπολιτευόμενον, ὑπάρχουν βέβαια καὶ ἐκεῖ ὅπως παντοῦ· ἀλλὰ ἐκτιμοῦν λίγο καὶ τὴν προσωπικὴν ἀξίαν. Μὲ ἄλλους λόγους ἐκεῖ, λέει, συντρέχει ὅποιος θέλει καὶ ψηφίζει ὅποιον θέλει· ὄχι σὰν ἐδῶ, ποῦ ἂν δέν σε χρίσῃ ὑποψήφιο ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κομματάρχιδες, δὲν τολμᾷς νὰ βγῇς, ὅποιος καὶ ἂν εἶσαι καὶ ὅση ἀξία καὶ ἂν ἔχῃς, γιατ' εἶσαι βέβαιος πῶς δέν θα πάρῃς κουκί, καὶ ποῦ τὸ χειρότερο, ἂν τολμήσῃς ἐσὺ ὁ μηλιανὸς νὰ ψηφίσῃς καὶ κανένα φίλο σου λούβη, σὲ λένε ἀμέσως προδότη…
− Τόρα τόσα χρόνια ἔτσι ἐσυνειθίσαμε. Καθένας μὲ τὸ αἴσθημά του.
− Μὰ κακά.
− Μὰ γιατὶ κακά; Ἐσεῖς οἱ νέοι τὰ ἐβγάλατε ἀφτοῦνα. Τσοὶ γέρους τόρα ἡ νέα πλάση δέν μας στιμάρετε γιὰ τίποτα καὶ δὲν ἀκοῦτε ποτὲς ἐκεῖνο ποῦ σας λέμε.
Ἡ Μαργαρίτα ἔκλινεν εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τὴν κεφαλὴν χωρὶς νἀπαντήσῃ.
Πρὶν ἢ προφθάσῃ ὁ Τόνης νἀναπτύξῃ εἰς τὸν σιὸρ Γιακουμάκην ὅλους τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεώρει πολὺ ἐπιζήμιον δι' ἕνα τόπον τὴν κομματικὴν ἀποκλειστικότητα, ὑπερμαχῶν τῆς προσωπικῆς ἀξίας καὶ τοῦ ἀνακατώματος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν, ἐν ᾧ αἱ γυναῖκες τὸν ἤκουαν ἐν σιωπῇ χωρὶς νὰ ἐννοοῦν καὶ πολλὰ πράγματα, − τὸν διέκοψεν ἓν ὡρολόγιον μὲ τὴν εὔηχον μεταλλικὴν φωνὴν σημαῖνον τὴν μεσημβρίαν, ἐν ᾧ ταυτοχρόνως ὁ μέγας κώδων τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἤρχισε νἀντιλαλῇ ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ του κατοικητηρίου ἀνὰ τὴν πόλιν ρυθμικῶς καὶ βαρέως τὴν ὥραν τῆς διακοπῆς καὶ τῆς ἀναπαύσεως. Καὶ ἄλλα ὡρολόγια καὶ ἄλλα κωδωνοστάσια μακρυσμένα ἤχησαν συγχρόνως, ἠκούσθη δ' ἐπί τινα λεπτὰ συναυλία τις κωδώνων καὶ κωδωνίσκων, διαχύσασα τὴν εὐφροσύνην εἰς τὰς καρδίας τῶν ἐργαζομένων καὶ τῶν ἀνυπομόνων, ἐπισπεύσασα βήματα ἀργῶν, συμμαζεύουσα τοὺς ἀτάκτους δείκτας καὶ περιελίξασα διὰ ξηροῦ τριγμοῦ τὰ χαλαρὰ ἐλατήρια τῶν χρονομέτρων τοῦ θυλακίου.
Ὑπακούουν εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὁ Τόνης ἐζήτησε μία κοῦπα νερὸ καὶ ἐσηκώθη νὰ φύγῃ. Ἡ Μαργαρίτα ἔσπευσε νὰ ἐγχύσῃ ἐκ πηλίνου τινὸς ἀγγείου εἰς τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνοδεύσει τὸν καφὲν καὶ ἀπέκειτο ἐπὶ τοῦ δίσκου κενόν, καὶ νὰ τού το προσφέρῃ. Ἐκεῖνος τὸ ἔπιεν ὄρθιος καὶ τὸ ἀπέθεσε μόνος ἐπὶ τῆς τραπέζης, εὐχαριστήσας διὰ μειδιάματος τὴν Μαργαρίταν, ἡ ὁποία ἔτεινε τὴν χεῖρα νὰ λάβῃ τὸ ποτήριον.
Ἐγκάρδιοι ἦσαν οἱ ἀποχαιρετισμοί, αἱ διαβεβαιώσεις τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης, αἱ ὑποσχέσεις συχνῶν ἐπισκέψεων. Τὰ παιδία ἠγέρθησαν πρὸς τιμήν του καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν προέπεμψαν μέχρι τῆς κλίμακος, ἐκτὸς τῆς Μαργαρίτας, ἡ ὁποία ἔτρεξε νὰ σύρῃ τὸ σχοινίον τῆς θύρας καὶ νὰ προβάλῃ εἰς τὸ παράθυρον νά τον ἴδῃ φεύγοντα. Ὁ κρότος τῶν βημάτων του ἐπὶ τοῦ λιθοστρώτου ἔκαμε μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τὴν Ἄντζολαν, τὴν ἀναθρεφτὴν τῆς Παναγιώτας, νἀφήση, ὡς συνείθιζε, τὸν ἀργαλειόν της, καὶ νὰ σκύψῃ περίεργος ἀπὸ τὸ ἀπέναντι παράθυρον, εἰς τὴν γωνίαν τῆς πλατείας.
− Τίνος εἶνε, κυρά μου, τὸ ἀρχοντόπουλο; ἠρώτησε τὴν Μαργαρίταν, ὅταν ὁ Τόνης δὲν ἐφαίνετο πλέον.
−Εἶνε γυιὸς τοῦ Τοκαδέλου, ποῦ τον εἴχαμε μία βολὰ γείτονα.
− Κακὸ νὰ μὴν ἔχῃ τὸ ξένο ἀρχοντόπουλο μία τζόγια, εἶνε λεβέντης. Καὶ ποῦ ἔλειπε, μάτια μου;
− Στὴν Πάτρα.
− Καὶ ἦρθε νὰ κάτσῃ πηλειό;
− Ναί.
− Ἀνύπαντρος, ἀνύπαντρος;
− Ναῖσκε, ἀνύπαντρος!
Καὶ ἀνῆλθεν ἡ Μαργαρίτα καὶ ἔκλεισεν ἀποτόμως τὸ παράθυρον. Ἦτο ἡ ὥρα τοῦ γεύματος καὶ ὑπῆγε νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ τῆς τραπέζης, ἐν ᾧ ἡ νονά της ἐσχόλαζε τὰ παιδία, θέτουσα ἡ ἰδία εἰς τὰς κεφαλάς των, τὰ καλύμματα, ὅσων εἶχαν, καὶ παραγγέλλουσα τὸ στερεότυπον: νὰ πᾶνε φρόνιμα στὸ δρόμο καὶ ἅμα φθάσουνε σπίτι νὰ φιλήσουνε τὸ χέρι τοῦ σιὸρ πάρε καὶ τῆς σιόρα μάρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tο ιστολόγιο μας μπορεί να καθυστερεί να ανοίξει όμως ανοίγει. Αυτό θα διαρκέσει για πολύ λίγο ακόμα.
Σας παρακαλούμε τα σχόλια να γίνονται στα Ελληνικά και όχι στα γκριγκλις. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τα ορθογραφικά λάθη. Επίσης καλό θα ήταν τα σχόλια σας να είναι ανάλογα με το επίπεδο και την θεματολογία του ιστολογίου μας. Γενικότερα δεν λογοκρίνουμε κανένα σχόλιο όμως η θέση μας να είναι τα σχόλια εντός του επιπέδου του blog μας είναι απόλυτη.
Ευχαριστούμε πολύ.