Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ο πρίγκηπας της νύχτας - Σοφία Πιπέρου


Πρίγκιπα της νύχτας

Καβαλάρη της σελήνης με τα εννιά σου άλογα

Τα χνάρια των άστρων ακολουθώ

Για να φτάσω τα άσπρα σου βήματα

Νιφάδες της νύχτας, λουλούδια νούφαρα

Αφημένα στο σεληνόφως

Που κάθε βράδυ αλλάζει μορφή

Πρίγκιπα της νύχτας

Που σε άσπρο σεντόνι πονάς

Κι ανεβαίνεις στον ουρανό

Με ένα σωρό κατεστραμμένους κόσμους

Σβήνεις με τη ψυχρή σου πνοή

Τα φωτεινά των ζωντανών αστέρια

Και χάνεσαι με το χλωμό σου πρόσωπο

Σε πλήθος ασπροκόκκινα γαρύφαλλα

Που ‘ντησαν το βασιλικό κορμί σου

Τα σύννεφα φωνάζουν τα συνθήματα

Πανό  γινήκαν τα σύννεφα

Και ο ουρανός ίσα τώρα που φαίνεται

Βλέπω το μοναδικό άστρο για σένα

Μεγάλο πολύ και φωτεινό

Σαν το νικηφόρο σπιτικό

Που με τα χεράκια σου έχτισες

Μια φωτοβολίδα που σκάει στο μαύρο

Κι έπειτα πέφτει στη γη

Σαν κάποια πεφταστέρια

Που βουτούν αυτοκτονώντας στο κενό του κόσμου

Για μια αληθινή ανθρώπινη ευχή

Πρίγκιπα της νύχτας

Ταξίδεψε ελεύθερος πια από τη σάρκα σου

Ψυχή είσαι και χόρεψε τριγύρω απ’ την αγάπη

Άσε με να δω κάτι ακόμα απ’ την αγάπη

Ένα μικρό παιδί για χάρες - Μαρία Αργυρίου

Ένα μικρό παιδί για χάρες.
Το παιδί που έβαφε τους κοίλους αμφορείς,που έλεγε τους καημούς του στο βαρκάρη,το σύρανε στη θητεία τους γονείς παράλογοι για τη δίψα της αγάπης και της τρυφερότητας.
Ένας αμόλυντος οίκτος γύρω του.Μικρό το βλέπω να προσπερνάει τις χίμαιρες. Το φέρνω στο μυαλό μου.
Πικρό αμύγδαλο ,τάρτα συννεφιάς,χρυσοκόκκινα μαλλιάκαι λίγο σκούρο δέρμα να ταιριάζει με τα πράσινα μάτια η καρδιά του.
Τεμαχίζει τους πνεύμονες από τη λεκάνη των ενήλικων πασσάλων. Βάζει να τους βουτήξουνε το κεφάλι στη θάλασσα. Κατρακυλάει σαν κυδώνι στους αφρούς της, στο μύρο του παγωνιού.
Και μεγαλώνει...Πανέμορφο.

Άνθρωποι - χωριά - Αγαθή Αγγελάκη

Υπάρχουν άνθρωποι χαμένοι σε διαμερίσματα
σε μεγαλουπόλεις , σε αχανείς λεωφόρους.
Υπάρχουν κι άλλοι που γίνονται ιδέες 
γίνονται πίνακες ζωγραφικής , γίνονται χωριά!
Χωριά που σκαρφαλώνουν σε ψηλά βουνά
σαν κάποιος να τα πήρε αγκαλιά, να τα ανέβασε ψηλά.
Χωριά που το επίσημο όνομά τους συγκινεί μόνο το GPS
και το αληθινό τους αυτούς που τα αγάπησαν...
Χωριά που σε καλοσωρίζουν πρώτοι
αυτοί που ''έφυγαν''.
Μπαίνοντας στο χωριό
βλέπεις τον ''Στάλιν" να ανεβαίνει
κρατώντας το τσιγάρο στο χέρι του.
Πιο πάνω η ''Μαντζίκω"
σε κοιτά χαμογελαστή πίσω από την καγκελόπορτα
κουνώντας σου το χέρι.
Συνεχίζεις...
Το παλιό καφενείο του Χαλμούκη 
σε περιμένει γεμάτο κόσμο.
Το ίδιο και του κυρ-Νίκου.
Πρώτη διακρίνεις την ''Χαλμούκω"
με την σπιρτόζικη γλώσσα
παρέα με την ''Χασκαροκώσταινα και την ''Πλαρνοκώσταινα''
με την ''Σαμαντονίκαινα '' και την ''Κουρλαλέξαινα''
με την ''Τσαρχαντώνενα'' και την ''Κουρλαλάκενα''
με την ''Στριμπιρογιαννούλα'' και την ''Μαυρέλω''
με την '' Μπουρμπούλω '' και την ''Χασκροκώσταινα''
με την ''Χαρλαμποκώσταινα '' και την ''Γιανκοκώσταινα''
με την '''Τζουροβασίλνα'' και την ''Ντούτσαινα''
με την ''Καλτσανού'' και την ''Σαμαντογιώργαινα''...
Καθισμένες στο πεζούλι 
παρατεταγμένες με τα μαύρα τους μαντήλια
κρύβουν όσες πίσω τους κάθονται.
Αυτές οι γυναίκες , οι μανάδες 
που τίποτα ποτέ δεν είχαν δικό τους 
ούτε καν το όνομά τους...
Δούλες και κυρές αιώνιες 
των αφεντάδων των αντρών τους...
Ανέστησαν παιδιά 
που γράφουν σήμερα δικιά τους ιστορία
κρατώντας πινέλα ζωγραφικής και στυλό πολυτελείας 
στα απαίδευτα χέρια τους.
Δεν την γράφουν σκαλίζοντας την στάχτη στη φωτιά
ούτε πάνω σε πέτρινες πλάκες.
Αυτές τις γυναίκες βλέπεις
τους αφανείς ήρωες
που δεν τους αποδόθηκε ποτέ καμία τιμή
δεν εκφωνήθηκε κανένας λόγος
για την επίτευξη του ακατόρθωτου στόχου τους.
Τις ακούς στα πεζούλια 
πότε παραπονεμένα , πότε νοσταλγικά
να διηγούνται τις ζωές τους σαν παραμύθια να ΄ναι...
Ακούς πως κουβαλούσαν τα παιδιά τους σε αυτοσχέδια μάρσιπο
που σαρμανίτσες αποκαλούσαν
πως περπατούσαν 20 και 40 χιλιόμετρα για να ανταλλάξουν αυγά με αλεύρι
πως μαγείρευαν και έψηναν ανάβοντας φωτιά στο φούρνο,
πως καλλιεργούσαν κήπους και χωράφια
πως τίποτα έτοιμο δεν αγόραζαν.
Ακούς πως κουβαλούσαν ξύλα στην πλάτη
και τα παιδιά τους στην αγκαλιά,
έπλεναν με ''αλυσίβα '' τα ρούχα στο ποτάμι
δούλευαν από την Ανατολή μέχρι αργά την νύχτα
ταγμένα ρομπότ σε διατεταγμένη αιώνια υπηρεσία για την επιβίωση.
Έκαναν το δέρμα των γουρουνιών παπούτσια
έκαναν την καρδιά τους πέτρα για να αντέχει την σωματική και λεκτική κακοποίηση
έχοντας με αρχέγονο φερμουάρ 
--φερμένο ποιος ξέρει από που--
κλειστό το στόμα τους.
Χλευάζονταν οι χήρες
μαζί και τα ορφανά τους
τσουνάμι αφανέρωτο ο λυγμός τους
αφού ποτέ δεν φάνηκε.
Έδεναν τις δεκαρούλες τους 
σε κόμπους στα μαντήλια , 
έδεναν τα όνειρά τους
σε κόμπο με τις κοτσίδες τους 
μη τύχει και μιλήσουν...
Αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους 
αμούστακα αγόρια και άγουρα κορίτσια
που φευγαν για να ζήσουν
αντί για εισητήρια τους έδιναν τις προσευχές τους
τα τάματα και τις ευχές τους...
Γεμάτα τα πεζούλια από τις γιαγιάδες 
που θαρρείς πως έτσι γεννηθήκαν
γεμάτα τα καφενεία από τους παππούδες
που τα ονόματά τους ήδη ξέρουμε ...
Κάθονται όλοι μαζί
και έρχονται άλλοι τόσοι
ο ''Γιαννάρας '' και ο ''Καπρής''
ο ''Μπαρμπαγιάννης'' με την φωτογραφική μηχανή
κι ο ''Μουστάκας'' ο γραμματικός
ο ''Φρουσνογιώργος'' ο αγροφύλακας
ο ''Παπαγιάννης '' και ο ''Σοφός''
ο ''Χατζής'' κι ο ''Πλαρνός''
ο ''Κεφάλας '' κι ο ''Τζουλοδήμος''.
Πίνοντας το καφεδάκι τους 
ή το κρύο ουζάκι τους
χαμένοι σε μια παρτίδα δηλωτής,
σε μια συζήτηση πολιτικής
ή κοινωνικής κριτικής,
φέρνουν την μυρωδιά μιας άλλης εποχής.
Μιας εποχής σκληρής 
που δεν άφηνε ποτέ χώρο για συναισθηματισμούς 
ή εγωισμούς.
Μιας εποχής που δεμένους τους είχε 
σαν τα ζωα στο αλέτρι
για να δουλεύουν χωρίς σταματημό.
Χωρίς ζεστά παπλώματα
να τους σκεπάζουν το βράδυ,
χωρίς air-condition να τους δροσίζουν το καλοκαίρι
χωρίς την πολυτέλεια ενός ζεστού μπάνιου
χωρίς μια μάνα να κλαφτούν ή να χαιδευτούν...
Κι είναι όλοι αυτοί οι άντρες 
κι είναι όλες αυτές οι γυναίκες
φευγάτοι από καιρό
στο ταξίδι χωρίς γυρισμό
μα... είναι πάντα εδώ!
Γι αυτό το χωριό δεν έχει μόνο ''επίσημο'' όνομα 
μα έχει κι αληθινό...
Γιατί απ όπου περνάς
κάποιος ξεπροβάλλει για να σου πει μια ιστορία...
Σήμερα το χωριό μου το λένε ''Χριστίνα''.
Με είδε η γιαγιά μου φτάνοντας 
μου φώναξε όπως παλιά απ΄το παραθύρι...
''Γιατί δεν έβαλες ένα φορεματάκι 
γιατί δεν έπιασες τα μαλλιά σου να σε δει ο ήλιος;''.
Και μετά ονομάστηκε ''Αλέξης''
γιατί φάνηκε ο παππούς μου στην στροφή με το γαιδουράκι φορτωμένο
φωνάζοντας πως έχει ντομάτα και ψωμί ζυμωτό και τυρί
για να φάμε!
Και μετά ονομάστηκε ''Αγαθή''
γιατί η γιαγιά μου από το παγκάκι του σχολείου
με ρώτησε ''Ήρθες κουσούλι μ΄;''
Και μετά ακούστηκε το G P S .
Φτάσατε στο Αχλαδόκαστρο !

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Το χάρισμα - Κωστής Παλαμάς

Σοῦ φέρνω ἀπ᾿ τὴ γαλάζια μου πατρίδα
Κι ἀπ᾿ τὰ φωτοσπαρμένα τῆς τὰ μέρη,
Μιᾶς μάγισσας δουλειά, μίαν ἁλυσίδα
Ποῦ ἀνθρώπου δὲ μπορεῖ νὰ πλάσει χέρι.

Εἶδα τὸν ἥλιο κι εἶδα κάθε ἀστέρι,
Μὰ νά ῾χουνε τὴ λάμψη της δὲν εἶδα...
Μονάχα σὲ σοῦ πρέπει, ἁγνό της ταίρι
Ἀγάπη μου εἶσαι σύ, καμαροφρύδα!

Ρουμπίνια ἐδῶ κι ἐκεῖ μαργαριτάρια
Τὴν πλέκουν...ἀπὸ δάκρυα ἔχουν γίνει,
Ὅλο ἀπὸ δάκρυα τὰ μαργαριτάρια

Κι εἶναι ἀπὸ αἷμα κάθε τῆς ρουμπίνι...
Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ σφιχτὰ τὴ δένει
Ὁ ἔρωτας εἶναι, πολυαγαπημένη.







Πηγή

Άνοιξη Μαντάμ! - Γιώργος Η. Παγωνάκης

Είναι ωραία η άνοιξη επειδή (π)όσα χαρακτηρίζουν τις εποχές άλλα τόσα και αυτήν...
Είναι ωραία η άνοιξη επειδή (π)όσες φορές ξενύχτισες, μοιάζει να θέλει ναν τις καταργήσει...
Είναι ωραία η άνοιξη επειδή τόσα ήταν τα όνειρα που δεν σού πιασε ώστε να στα εξιστορήσει ντόμπρα!

Είναι ωραία η άνοιξη επειδή ποτέ δεν σε έφερε σε πεπερασμένο τέλος...
Είναι ωραία η άνοιξη επειδή επουδενί δεν σε άφησε αίολο να αναρωτιέσαι γιατί και πώς;
Είναι ωραία η άνοιξη επειδή θα μπορούσα απλώς να επαναλάβω το ήδη γραμμένο...Αρκεί;

Ένα μπουκάλι ουίσκι άδειασε, όχι εγώ όμως...

Είναι ωραία η άνοιξη επειδή γνωρίζει εκ πρώτης πως είναι εκτός συναγωνισμού...
Είναι ωραία η άνοιξη επειδή κατανοεί την αδυναμία οι άλλες εποχές σε συμφωνία να' ρθούν!
Είναι τόση η ανεμελιά τους που την Άνοιξη θέλουν στο διάβα τους...

Μένω - Επιμένω - Ηλίας Παπακωνσταντίνου

 
Ενδιατώμαι στων φτερών
το τρέμουλο και στο θρήνο.
Ακουμπώ
στα σκελετωμένα δωμάτια
υπερασπιζομενος
τις αράχνες.
Μεγάλων αποστάσεων
το πέταγμα
και αφανές το κατάρτι.
Ανοίγω οπές
στων φιδιών τους ποταμούς
να τρέξουν στους ώμους μας.
Ποσότητα δεν υπάρχει
στη νύχτα του πολεμιστή.
Το ωστικό κύμα
μάζεψε πλήθος οστών
και πήραν ετσι..
μεγάλη βαρύτητα.
Στη στιγμή
ξέθαψα παράθυρα
για μελωδικούς αναστεναγμούς
και για απόλυτο τέλος
στις χαρακιές
που έφερνε το μέλλον..
 

Ανία η Χρόνια - Νατάσα Ρεντήφ


Ανία η Χρόνια

 

Χρόνια αζήτητα, χρόνια σε κώμα,

επιστρατεύεις

Χρόνια την ανία ανασαίνεις

Στην πλάτη της κολλάς και

Με σαγήνη της μαθαίνεις

πώς να «γελάει» την ψυχή σου.

 

Την ανία σου λαχτάρησε η ώρα της ανάγκης

Με χάδια, με ψιθύρους, βάλθηκε να την ξυπνήσει

Μα τόσα χρόνια μαθητείας δεν κλωτσάς…

Κι έτσι η ώρα της ανάγκης «λαχτάρησε» κι εσένα

Με μια κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια.

 

Πετάγεσαι απ΄το κρεβάτι.

 

Και γέλασες με την ψυχή σου…

Ξεκινώντας τη μέρα με Λάο Τσε...

Ένα ταξίδι χιλίων χιλιομέτρων αρχίζει με ένα βήμα.

Χαρούμενο πρωινό!


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ιθάκη - Ντίνος Χριστιανόπουλος


Δὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;

Θερμοπύλη - Χρύσα Μιχαλοπούλου

                Η Χρυσούλα Μιχαλοπούλου αφιερώνει τη ''θερμοπύλη '' της στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

 
« Θερμοπύλη »

Η Ψυχή μου είναι σαν μια Δεξαμενή
Σαν Πηγάδι,σαν Ναός.
Το Αόρατο Χέρι της Έμπνευσής μου.
Ο Σπόρος για ότι Ιδεώδες Υπάρχει.
Αμόλυντος Αγέρας Χερουβικής Χαράς.
Ας Δώσουμε έναν Όρκο (σύν) Ποιητές μου!
Κάθε Νύχτα Εαρινή Σιγολέω μια Προσευχή,
Να Συντριβεί το Θέατρο Σύσσωμο,
Να Δούμε στις Διάφανες Ψυχές μας
Όλα τα Θαυμάσια Μυστήρια του Στερεώματος.
Να Σμίξουν Όλα , Όλα Όσα Χώρισαν Άθελά τους.
Να Σμίξουν Όλα Όσα Ταιριάζουν Αρμονικά.
Όπως η Δροσόλουστη Άνοιξη με τον Πορφυρό Αιθέρα,
Όπως των Ανθών και των Μύρων.
Οι Καρποί Διεργασιών της Σκέψης μου.
Ποιητική Συνουσία των Χρυσών μου Ονείρων,
Σαν Καθάριο Χρυσάφι.
Το Κρυφό Σχολειό της Ψυχής για το Άφθαρτο
Βιβλίο της Ζωής! Χρυσόφεγγη Θερμοπύλη.
Ω Απλόχερη Μοίρα, της Προκοπής το Μέλι!!
Από τη Δίψα μου για Σοβαρή Γνώση.
Σε Πίνω Ζωή, Ολοζώντανη Γουλιά Γουλιά,
Σε Χιονόλευκο Ποτήρι.
Όπως το Γλυκόπιοτο Κρασί, Φιλήδονη Γαλήνη.
Η Δίψα μου;Η Πανανθρώπινη Ολοκλήρωση.
Και Τώρα ο Θρίαμβος της Ποίησης που είναι
Η Λαμπάδα της Νίκης μου.
Φωνή Βροντή που Καίει σαν Φλόγα.
Μεγαλόψυχη Μητέρα από τη Δίψα μου.

Ο ΓΕΡΟ-ΛΑΔΑΣ... - ΑΓΑΘΗ ΑΓΓΕΛΑΚΗ

Οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες του χθες,άλματα κάνουν μέσα από τις ασπρόμαυρες οθόνες, στο σήμερα για να ΄ρθουν...
Ο ''Αντωνάκης'' που πάντα έπαιρνε το καπελάκι του για να φύγει, μοιάζει με τον πιο αδύναμο κρίκο.Κλειστές όλες οι πόρτες γι΄ αυτόν,ζωγραφισμένες με εικόνες γυναικών που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, ζωγραφισμένες με εικόνες ανδρών φοβισμένων,μεταλλαγμένων,με λάβαρο το ξυραφάκι που έκλεψαν από το ασθενές φύλλο...
Ο "βρέχει φωτιά στη στράτα μου" ,κοινώς Κούρκουλος,ως πρότυπο ακεραιότητας και δικαιοσύνης,δυσκολεύεται επίσης να πρωταγωνιστήσει ως ιδέα...
Αποτυχημένα τα άλματά του,αφού κάθε φορά πέφτει πάνω σε κουστουμαρισμένους τύπους,με δερμάτινους χαρτοφύλακες και γυάλινα βλέμματα...Τύπους που τον κοιτάζουν απαξιωτικά,ενώ την επόμενη απάτη τους διαπραγματεύονται από το κινητό τους...
Ο "μπαρμπα-Γιώργος" ,με τα δακρυσμένα μάτια ,την ευαίσθητη ψυχούλα και την αστείρευτη καλοσύνη του,δυσκολεύεται επίσης να βρει μια θέση σ΄αυτόν τον κόσμο...Μα όταν τα καταφέρνει ,είτε με μουστάκια,είτε χωρίς, λάμπει ολόκληρος...
Ενώ ο "γέρο -λαδάς"...
Έχει κατακτήσει το σήμερα χωρίς καμιά προσπάθεια...
Το βλέμμα του ,πιο κυνικό και φιλάργυρο από ποτέ,σε χιλιάδες μάτια έχει κατοικήσει.Μάτια φιδίσια ,παγωμένα,που ψάχνουν νυχθημερόν τα θύματά τους,τους οικονομικά αδύνατους,για να τους εξαθλιώσουν...
Ο "γέρο - λαδάς" ,είτε με το πρόσωπο μιας κυβέρνησης,μιας τράπεζας,ενός τοκογλύφου,ενός άσπλαχνου επιχειρηματία,ιδιοκτήτη ή ανθρώπου πρωταγωνιστεί όσο ποτέ.
Απολαμβάνει την εξουσία του,τρίβοντας τα χέρια του από χαρά, βλέποντας τις καταθέσεις του και τους τίτλους ιδιοκτησίας του να αυξάνονται...
Ονειρεύεται - αφήνοντας το σατανικό χαμόγελό του να ξαπλώσει στο πρόσωπό του- το 2050 που θα απεικονίζει την Ελληνική πραγματικότητα του σήμερα, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί και να κλέβει την παράσταση...

Κοίτα τα σπίτια μας - Νίκος Λυγερός

Κοίτα τα σπίτια μας
για να θυμηθείς κι εσύ
πώς ήμασταν παλιά
και πώς είμαστε τώρα
αλλιώς δεν θα καταλάβεις
τα συρματοπλέγματα
που τα έχουν δεσμεύσει
για να μας δείξουν
ότι τίποτα πια
δεν μας ανήκει
διότι η βαρβαρότητα
θέλει τα πάντα
μόνο και μόνο
για την ειρήνη βέβαια
δίχως αντιστάσεις
δίχως θυσίες
μόνη με γονατισμένους
ραγιάδες
που γίνονται
και πολιτικοί
για να μας εκπροσωπήσουν
και να νομίζουν όλοι
ότι ζούμε ελεύθεροι.







Πηγή

Ξεκινώντας την... παγκόσμια ημέρα ποίησης με Καβάφη...

Και μες στη τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

Καλημέρα!


Ένα σπήλαιο χρωμάτων μέσα σε παγετώνα!

Η οροσειρά Titlis (3.238 μ.) είναι ένα βουνό στο Urner των ελβετικών Άλπεων, στα σύνορα μεταξύ των καντονιών της Βέρνης και του Obwalden στην Ελβετία, με θέα στο Engelberg. Διάσημη των απανταχού σκιέρ αλλά και των εραστών του βουνού, η περιοχή συγκεντρώνει πλήθος κόσμου που απολαμβάνει χειμερινά σπορ αλλά και ένα μοναδικό τοπίο. Αυτό, όμως, που ξεχωρίζει πάνω από όλα είναι το περίφημο Ice Park, στο εσωτερικό του οποίου μια δειδαλώσης, παγωμένη σπηλιά οδηγεί στην καρδιά ενός παγετώνα.
perierga.gr - Πολύχρωμο σπήλαιο στην... καρδιά ενός παγετώνα!
Η ιδιαιτερότητα του παγωμένου σπηλαίου Glacier Cave Mt. Titlis έγκειται στο γεγονός ότι όλοι οι χώροι φωτίζονται με διαφορετικά pop χρώματα δημιουργώντας εκπληκτικές εικόνες. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να φτάσουν στην καρδιά του παγετώνα, σε 20 μέτρα βάθος, ακολουθώντας μια διαδρομή αρκετών μέτρων, απολαμβάνοντας το μαγευτικό τοπίο. Αν και το κρύο είναι τσουχτερό -πώς αλλιώς άλλωστε- το αποτέλεσμα δικαιώνει και τον κάθε δύσπιστο επισκέπτη!
perierga.gr - Πολύχρωμο σπήλαιο στην... καρδιά ενός παγετώνα!

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Ο θάνατος του Διγενή

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σείετ’ ο απάνω κόσμος,
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά, πως θα τονε σκεπάσει,
πως θα σκεπάσει τον αιτό, τση γης τον αντρειωμένο.
σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπηλιό δεν τον εχώρει,
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαρά κι’ αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
στο βίτσιμα 'πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ' αγρίμια.
ζηλεύει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τονε βιγλίζει,
κι ελάβωσε του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.


Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.
πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους.
νάρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, νάρθει κι γιος του Δράκου,
νάρθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι ο κόσμος.
κι επήγαν και τον ήβρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
βογκάει, τρέμουν τα βουνά, βογκάει, τρέμουν οι κάμποι.
"σαν τι να σ’ ήβρε, Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις;"
"φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσατε, κι εγω σας αφηγιέμαι.
της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό, και πάλε φόβον έχουν,
κι εγώ μονάχος πέρασα, πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
βουνά καί κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
και τόσα χρόνια πούζησα δω στον απάνω κόσμο,
κανέναν δεν φοβήθηκα από τους αντρειωμένους.
τώρα είδα έναν ξυπόλητο καὶ λαμπροφορεμένο,
πούχει του ρίσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια,
κι όποιος νικήσει από τους δυο να παίρνει την ψυχή του".
Κι επήγαν και παλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια,
κι όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι όθε χτυπάει ο Χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.






Πηγή

Το σμαραγδένιο σου όνομα - Θεόδωρος Σαντάς

ΤΟ ΣΜΑΡΑΓΔΕΝΙΟ ΣΟΥ ΟΝΟΜΑ

Ξόδεψες τόσο ήλιο
τόση ποίηση να ομορφύνεις τη μέρας μας
τόση άγρια μέντα
να ευωδιάσεις το στίχο μου!
Ξόδεψες «τα Κυκλάμινα της Αγάπης»
το Σμαραγδένιο σου όνομα
την ασπροκόκκινη κλωστή
απ’το Μάρτη σου
μέχρι που γίναμε ένα
όταν έγειρε ο ήλιος
σ’ένα δείλι που είχαμε περάσει
στις φυλλωσιές του παράδεισου
με τα χρώματα όλα
και το τραγούδι των αηδονιών
μιλούσε, μόνο για σένα!
Ξόδεψες το κρυμμένο σου όνειρο
να προσεγγίσεις την τελειότητα
κι όλα μου τα έδωσες ποίημα
στο αντιφέγγισμα της αυγής
μ’ένα φυλλαράκι των Πιερίδων
με μια καλημέρα που άφηνε
αναλλοίωτη την ευωδιά
απ’ τον πρώτο μας έρωτα.
«Ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα»
έμαθες να κρατάς την ανθοφορία
της Άνοιξης στο περβόλι της ζήσης
να μη μισεύουν στους Χειμώνες
τα χελιδόνια μας !
 

Ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ θὰ εἰσέλθουμε στὴν Οὐτοπία - Larry Cool

Ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ θὰ εἰσέλθουμε στὴν Οὐτοπία
 
 
 
Ἄνθρωποι διασταυρώνονται στοὺς δρόμους
Περνοῦν ἀπρόσκοπτα ὁ ἕνας μέσα ἀπ’τὸν ἄλλον
Προκαλῶντας ἠλεκτρικὲς ἐκκενώσεις.
Ντριίν, ἀνοίγω· ἀντικρίζω μιὰν ἄγνωστη
-«Μὲ καταδιώκουν οἱ ἀρχές,» λέει μὲ κομμένη ἀνάσα
Μ’ἕνα αἰφνίδιο ἅλμα,
Βρίσκεται ὀκλαδὸν στὸ πρόσωπό μου
Ἀπ’τὴ μυρωδιὰ τοῦ μουνιοῦ της,
Ὁ νοῦς εἰσέρχεται σὲ μιὰν ἱδρωμένη οὐτοπία
Στὸ στόμα της ἀναβλύζει μελάνη,
Ἐμβάφει τὴν γραφίδα καὶ γράφει:
“Ποίημα, ποιητής κι ἀναγνώστης, ταυτίζονται”
Φτύνει τὴν μελάνη κι ἁπλώνεται νύκτα.
Ἐναερίτες ποιητές,
Καταρριχῶνται ἀθόρυβα ἀπ’τὴν κοιλιὰ τοῦ νέφους
Πάνω στὶς γλῶσσες τους τρεμοφέγγουν φλογίτσες
Καταλαμβάνουν τὴν πόλη, καίουν ὅλο τὸ χρῆμα.
 
 
 

Υπάρχω κι αγαπάω - Νικόλαος Συρράκος

Είναι στιγμές που όλα γύρω μου θολώνουν
μια ταραχή με κυριεύει κι αρρωσταίνω
οι συμπληγάδες του μυαλού μου με μαγκώνουν
στέκω μονάχος και απρόθυμα ανασαίνω
Τέτοιες στιγμές σ’ αποζητάω πιο πολύ
στην αγκαλιά σου να κουρνιάσω λαχταράω
με την ανάσα σου να διώξεις την αχλή
να μου θυμίσεις πως υπάρχω κι αγαπάω

Ξεκινώντας τη μέρα με Καμύ...

Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.

Καλημέρα σας!