Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Το ποτάμι (από τη συλλογή Ζητείται ελπίς) - Αντώνης Σαμαράκης


Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.

Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.

Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.

Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.

Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

Ανατροφή - Αντιγόνη Βουτσινά

Λείπω
Λείπεις
Λύπη

Οικόσιτο ρήμα.
Το είχε δέσει η μάνα
μ’ ένα λουρί από το πόδι μου
για να μου κάνει συντροφιά όταν εκείνη
λύπη.
Ξέρω καλά τους χρόνους του και τις συνήθειές του.
Καμιά φορά,
στο τρίτο πρόσωπο βγάζει τη μάσκα
και απλώνεται
με ήττα.

(Εκτός κι αν κάτι
δεν έμαθα καλά.
Από παιδί.)











Πηγή

Μάνα, Ποίηση - Εύη Γκάλαβου


Από μένα
Μάνα, γη της ψυχής
για σένα.
Σ'αγαπάω!









Πηγή: http://gynaika-g.blogspot.gr/

Ξεκινώντας τη μέρα με Charles Baudelaire...

Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα!

Καλό σαββατοκύριακο!


Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Οι γκιόνηδες - Ιούλιος Τυπάλδος



Γκιόνης και κουκουβάγια έλεγαν μια νυχτιά:
Τι μαύρη τύχη είν' τούτη οπού μας πολεμά!
Ευφραίνομε τες νύχτες με τη γλυκιά φωνή,
κι όλοι επαινούν τ' αηδόνι, που σαν εμάς λαλεί.
Συκοφαντία και φθόνος τον κόσμο κυβερνούν
μεγάλους ταπεινώνουν, μικρούς υμνολογούν.
Λοιπόν, τους έπαινούς μας ας ψάλλομεν εμείς,
γιατί να μας παινέσει δε θα βρεθεί κανείς.











Πηγή

Χάρης Βλαβιανός: Η ποίηση απέθανε! Ζήτω η ποίηση!


Σε διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Τίλμπουργκ, ο Τζωρτζ Στάινερ υποστήριξε πως μολονότι είναι φυσικό κάθε γενιά να νιώθει ότι η εποχή της φέρει έντονα τα σημάδια της πτώσης και της παρακμής....

η σημερινή επιβεβαιώνει τελεσίδικα αυτό το αίσθημα: οι βαρβαρότητες και οι ωμότητες του 20ου αιώνα ήταν τόσο ακραίες και πέρα από κάθε ιστορικό προηγούμενο (με κορυφαίο γεγονός το Ολοκαύτωμα) ώστε η ευρωπαϊκή σκέψη να μην είναι πια σε θέση να ανακάμψει. Το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι πια αναπόφευκτο. Οι δυσοίωνες διαπιστώσεις του Στάινερ, θυμίζουν, βέβαια, άλλες παρόμοιες που έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα στο παρελθόν από δεκάδες ποιητές και φιλοσόφους. Ο ίδιος τις θεωρεί «αντικειμενικά έγκυρες»• όμως ποιος μπορεί να ορίσει με βεβαιότητα τι είναι «αντικειμενικά έγκυρο» στον χώρο της τέχνης (και των ανθρωπιστικών επιστημών εν γένει); Η άποψη του Μίλτον, για παράδειγμα, ότι ο Σαίξπηρ ήταν κατώτερος του Σοφοκλή, ή του Έντμουντ Γουίλσον, ότι η ποίηση μετά τον Γέητς είναι μία τέχνη προορισμένη να πεθάνει, δεν είναι παρά μια συγκεκριμένη άποψη εκπορευόμενη από ένα εντελώς προσωπικό, αξιολογικό σύστημα. Σήμερα οι πάντες ευαγγελίζονται το τέλος των πάντων. Βιβλία με τίτλους όπως Ο θάνατος της λογοτεχνίας ή Το τέλος της τέχνης, είναι κοινός τόπος. Ωστόσο ακόμη κι αν ισχυριστεί κανείς (όπως ο Στάινερ) ότι ζούμε στις σκοτεινότερες των εποχών, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι οι δημιουργικές δυνατότητες της φαντασίας δεν συναρτώνται προς τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Ο θάνατος ενός θεού, όσο πραγματικός κι αν είναι, δεν ισοδυναμεί με τον θάνατο των Μουσών. Μπορεί οι σφαγές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να έκαναν τον Ντυσάν να αναφωνήσει το περίφημο: «C’ est fini la peinture», αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι ούτε ο ίδιος σταμάτησε να ζωγραφίζει, ούτε φυσικά η ζωγραφική έσβησε μαζί με τα εκατομμύρια των θυμάτων του πολέμου. Ο Πικάσο, ο Μιρό, ή ο Κλέε συνέχισαν να δημιουργούν και σε εποχές ακόμη πιο βάρβαρες.

Χάραμα - Μεσολογγίτισσα


Χάραμα στον εφιάλτη.
δίχως σκέψη, δίχως φόβο,
με την υποχρέωση της ζωής,
καλά γαντζωμένη πάνω σου.
η άνοιξη παραληρεί στο διάβα σου
και συ μοναχική και αφόρητη,
κλείνεις τις μυρωδιές τις γης
σε μακιγιαρισμένες βλεφαρίδες,
αφού η όσφρηση σου,
είναι αιώνια σφραγισμένη.
και ανατέλλεις συνεχώς...
κάθε πρωί, ξυπνώντας απ΄ τη δύση σου,
που μοιραία επιλέχτηκε...
και σεργιανίζεις, στραγγαλίζοντας
νεύματα και ψιθύρους,
γιατί σταυρώθηκες στην ακοή εκείνου
και μόνο...
ριγείς, στη θύμηση της ανάσας του
και σκοντάφτεις σε αγκαλιές
μιας γέννησης, χωρίς κυοφόρηση.
και φλέγεται η σάρκα σου
και υγραίνεται το είναι σου
και το χρώμα του κερασιού,
απλώνεται πάνω στα μαγουλά σου
ξεδιάντροπα...







Πηγή: http://mesologitisa.blogspot.gr/

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Το ξάφνιασμα - Γιάννης Σκαρίμπας

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...






Πηγή

ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ Τ’ΑΛΩΝΙΑ - Β.Α.



Πουλάκι μου που ένοιωσες λιγάκι τη χαρά

Κι ήρθες λάλο χαρούμενο  και έκατσες κοντά μου

Άνθισε Απρίλης μέσα μου η ψυχή μου λαχταρά

Κείνα τα πρώτα τα ελαφρά ν’ ανοίξουν τα φτερά μου


Για να πετάξω στα ψηλά στη λάκα στη ραχούλα

Όπου λαφίνα σε Έσπερο βρίσκει λαφίνα άλλη

Με σίγαλο οργανικό που λέει η παλιά βρυσούλα

Μ’ αγριολούλουδου ευωδιά σε μυρωμένη ζάλη



Πέτα πουλάκι μου από δω

Δεν είν’ για σένα ο κάμπος

Ψηλά σου πρέπουν κλώνια

 

Και θ’αγναντεύω να σε δω

Πρωτού να ρθει το θάμπος

Στου φεγγαριού τ’ αλώνια.

 

                                           

Τόση μοναξιά - Νηρηίς


Η φυλακή παραμένει φυλακή
Είτε τη ντύσεις με ωραίες κουρτίνες
Είτε τη στολίσεις με την καθώς πρέπει ζωή σου
Πάντα θα ξυπνάς το πρωί και θα αντικρίζεις τον τοίχο
Πέρα από τον οποίο φτάνει μόνο το μυαλό μα όχι και το σώμα
Όλους τους χαιρετάς χαμογελαστός και τους καλημερίζεις
Και όλοι σε ζηλεύουν γιατί ζεις τη ζωή που θα’θελαν
Μα δεν τολμάς να πεις πόσα πολλά σου λείπουν
Γιατί οι έτοιμες κι εύκολες απαντήσεις του κόσμου
Είναι ακόμα πιο σκληρές από της καθημερινότητας σου το κέλυφος…
…αυτό που σπας με τη φαντασία, αυτή δε στην έχει πάρει κανένας
Και δε θα μπορέσει ποτε…αν ήθελε θα μπορούσε να μπει στα όνειρά σου,
να τα μοιραστείς μαζί του, να σου χαϊδεψει τα μαλλιά, να σε πάρει αγκαλιά,
να σου μιλήσει ψιθυριστα και να σε κάνει να νιώσεις ότι της φυλακής ο τοίχος
σπάει μέσα στων κορμιών σας τη ζεστασιά,
αλλά ο,τι θα μπορούσε να σε αγγίξει είναι πια τόσο μακριά…

Ξεκινώντας τη μέρα με Μαχάτμα Γκάντι...

Η ικανότητα να συγχωρείς είναι προσόν του δυνατού. Οι αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούν.

Καλημέρα σας!


Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Θα σου πω - Νίκη Ταγκάλου


Πως ξαναγεννήθηκα θα σου πω.

Πως τα παράπονά μου έγιναν πολύχρωμες εικόνες έρωτα
και τα δάκρυά μου ιδρώτας από τα ερεθισμένα μας κορμιά.

Πως η φωνή μου απέκτησε ήχο και πάλι, θα σου πω.

Τα ανώφελα έγιναν ωφέλιμα, απέκτησαν νόημα.

Και εσύ συνεχίζεις και με ρωτάς χαμογελώντας,
γιατί αποζητάς στα αυτιά σου την λατρεία μου για σένα.

Και εγώ βγήκα από το κουτί που ζούσα,
στο κορμί μου κύλισε και πάλι αίμα.
Ο δικός μου πόθος ανακατεύτηκε με την δική σου γεύση.

Πως ξανά αντίκρισα τον ήλιο θα σου πω
και η ζέστη του έδωσε ζωή στα κύτταρα μου.

Σ’ αυτήν την ζέστη, αγαπημένε μου, άσε με να ζήσω και να πεθάνω,
άσε με λαίμαργα να σε διεκδικώ και να σε γεύομαι.

Όσα καλοκαίρια έχασα μου τα έδωσες με το φιλί σου.

Τα ανεκπλήρωτα χάδια βρήκαν σώμα να ακουμπήσουν,
τα ανομολόγητά μου πάθη τα έκανες και δικά σου.

Πως τελικά, συνάντησα τον έρωτα θα σου πω
και επιβλητικά τον έκανα δικό μου.

- Αμετανόητη - θα σου πω γιατί σ’ αγαπώ..

Αφή - Ηλιας Παπακωνσταντινου


Χορδή μου
κλήθηκα η αφή σου να κλωθώ
απο ένα ψύχος γυαλισμένο
που να ήξερε πως
γλίχομαι πριν γεννηθώ
να δαιμονίζω τους τρυγμούς
στα χείλη που ανασαίνω..

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Βότσαλο - Herbert Zbigniew

Το βότσαλο

είναι ένα τέλειο δημιούργημα


αντάξιο προς τον εαυτό του

με συναίσθηση των ορίων του

 
γεμάτο ακριβώς

μ' ένα βοτσαλένιο νόημα

 
μ' ένα άρωμα που δε θυμίζει σε κανέναν τίποτα

δεν τρομάζει καθόλου δε ξυπνάει επιθυμία


το πάθος κι η ψυχραιμία του

είναι σωστά και γεμάτα αξιοπρέπεια


αισθάνομαι βαριά μεταμέλεια

όταν το κρατάω στο χέρι μου

και το ευγενικό σώμα του

ποτίζεται από ψεύτικη θέρμη


δε γίνεται να δαμάσουμε τα βότσαλα

στο τέλος θα μας ατενίζουν

μ' ένα ατάραχο και πολύ καθαρό μάτι






Πηγή

Το ροζ τριαντάφυλλο - Πιπέρου Σοφία


ΤΟ ΡΟΖ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

 

Το ροζ τριαντάφυλλο μες στο γυαλί μαράθηκε

Κλεισμένο στο μικρό ωκεανό που έπινε

Το άνθος του έγειρε κάτω

Τόσο που τα φύλλα του αγγίζει σχεδόν

 

Λυπημένο πως μοιάζει σα σκυμμένος άνθρωπος

Που περπατά σε τόπο αφρισμένο και παραθαλάσσιο

Το λαιμό του στα ψάρια ατόφιο τον διαθέτει

Σε τούτο τον ωκεανό που το φυλάκισε

 

Τα φύλλα αρχίζουν

Το χρώμα να παίρνουν της σκουριάς

Πως μοιάζουν με σπιτάκια ερημωμένα

Που χρόνια έχουν να ανοίξουν

Το τριαντάφυλλο παίρνει και αυτό το δρόμο του τέλους

Σε μη ελεύθερο έδαφος!

 

 

Καθρέφτης - Β.Α.


ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 

 

Όλα αξίζουν την αυγή ο ήλιος το λουλούδι

Κι η ελπιδοφόρα άλλης ζωής καθρέφτη ομορφιά

Που όσο πιο κολάσιμη και μαύρο το <<αγγελούδι>>

Τόσο γεμίζει  <<<<του έρωτα>>>> τα άδεια τα πουγκιά

 

Κι είναι πολλοί τα πρωινά της πονηρίας οι ήλιοι

Που ανατέλλουνε μαζί μ ’αληθινό φωσφόρο

Κι όπου κρατούν της πονηριάς  την ιερή τη σμίλη

Άγαλμα για να στήσουνε στον πρώτο αχθοφόρο

 

Η στο γραφείο η όπου δη καιρός το επιτρέπει

Ρίχνουν σαγήνη κατά πως  ιστό πλέκει η αράχνη

Και περιμένουν  το έντομο στη λίμπιντο που ρέπει

Ρίχνοντας στο χαμόγελο  ζάχαρη πάνω άχνη.

 

Για να πουλήσουνε φτηνή καιρών φτηνών αγάπη

Για να χουνε το διάφορο της σκοτεινής αξίας

Δακρύβρεχτα τα έραστα πετάνε σε μια άκρη

Κρατώντας άθλα κι έπαθλα πόνηρο υπεραξίας

 

                                                              Β.Α.

Ξεκινώντας τη μέρα με Πίνδαρο...

Χρόνος ο πάντων πρόγονος.

Καλό μήνα!


Καληνύχτα με Μάνο Χατζιδάκι...



Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Έτσι πολύ ατένισα - Κ.Π. Καβάφης


Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου .... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα ....






Πηγή

Ένας αλχημιστής - Παύλος Νιρβάνας

Ἕνας φτωχὸς διάβολος ἐνεφανίσθη μίαν ἡμέραν εἰς κἄποιο γραφεῖον κομίζων ὅλα τὰ ρίγη τοῦ χειμῶνος. Ἕνα κουρελιασμένο πουκάμισο ἐξετέλει ἐπὶ τῆς θλιβερᾶς του ὑπάρξεως καθήκοντα γελέκου, σακκακιοῦ καὶ παλτοῦ ταὐτοχρόνως.
− Δὲ ζητάω ἐλεημοσύνη, κύριοι. Κανένα παληὸ παλτὸ ἂν ἔχετε νὰ μὲ οἰκονομήσετε − εἶπε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ γραφείου − θὰ κάνετε μεγάλο μυστήριο. Βγῆκα ἀπ' τὸ νοσοκομεῖο, δὲν μπορῶ νὰ ἐργασθῶ καὶ θὰ ξαναπουντιάσω ἀπ' τὸ κρῦο.
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ γραφείου, στοὺς ὁποίους εἶχαν μεταδοθῇ τὰ ρίγη τοῦ φτωχοῦ διαβόλου, ἐκυττάχθηκαν, μὲ συγκίνησιν, ἀναζητοῦντες μίαν λύσιν τοῦ τραγικοῦ προβλήματος. Ἐπὶ τέλους, κἄποιος ἀπ' αὐτοὺς πρόεβη εἰς τὴν φιλάνθρωπον χειρονομίαν....
− Πέρασε τὸ μεσημέρι ἀπὸ τὸ σπίτι − εἶπε στὸν τουρτουρίζοντα ἀλήτην, δίνοντάς του τὴν ὁδὸν καὶ τὸν ἀριθμὸν − νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ ἕνα παλτό. Δὲν τώχω γιὰ πέταμα ἀκόμα, ἀλλὰ σὲ λυπᾶμαι, κακομοίρη.
Ὁ φτωχὸς διάβολος ὑπεδέχθη τὴν χειρονομίαν μὲ εὐχὰς καὶ εὐλογίας καὶ οἱ συνάδελφοι τοῦ δωρητοῦ δὲν εὕρισκαν λέξεις νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν ἐπιδοκιμασίαν των.
− Αὐτὸ εἶνε ψυχικό! Ἔσωσες ἕναν ἄνθρωπον…


Ἂς ἀκούσωμεν τώρα τὴν συνέχειαν ἀπὸ τὸν εὐγενῆ φιλάνθρωπον.
− Λοιπόν, κύριοι, προχθὲς μ' ἐκεῖνο τὸ τρομερὸ κρῦο, εἶδα αὐτὸν τὸν κατεργάρη, στὸν ὁποῖον εἶχα χαρίσει ἕνα παλτό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ ὑπηρετήσῃ ἀξιόλογα μερικοὺς μῆνας ἀκόμα, τὸν εἶδα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μιὰ ταβέρνα…
− Τὶ σημαίνει; τοῦ εἴπαμε. Ἐπειδὴ τοῦ χάρισες ἕνα παλτό, εἶχες τὴν ἀξίωσιν νὰ παραιτηθῇ κάθε ἄλλης παρηγορίας εἰς τὸν κόσμον αὐτόν;
− Δὲν εἶχα τὴν ἀξίωσιν αὐτήν… μᾶς ἐξήγησεν. Ἀλλὰ τὸν εἶδα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὴν ταβέρνα, χωρὶς παλτό. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
− Καὶ τί ἔγινε τὸ παλτό;
− Μετεμορφώθη εἰς κρασί. Ἁπλούστατα ὁ φοβερὸς αὐτὸς ἀλχημιστὴς εἶχε τὴν τέχνην νὰ μετουσιώνῃ τὰ παλτὰ εἰς κρασί. Διότι, ὅπως ἔμαθα ἀργότερα, τρεῖς ἄλλοι φιλάνθρωποι τὸν εἶχαν ἐφοδιάσῃ τὴς ἡμέρες ἐκείνες μὲ παλτά. Καὶ ποιὸς ξέρει πόσοι ἄλλοι ἀκόμα.
− Καὶ μετουσιώθησαν ὅλα εἰς κρασί;
− Ὅλα! Μὲ τὴν συνεργασίαν, ἐννοεῖται, τῶν παλιατζήδων. Φυσικά, ὅταν τὸν εἶδα νὰ τουρτουρίζῃ πάλι, δὲν μπόρεσα νὰ κρατηθῶ. Τὸν ἐκάλεσα καὶ τοῦ ἔδωκα νὰ καταλάβῃ ὅτι εἶνε ἕνας παλῃάνθρωπος, ἀνάξιος νὰ τὸν λυπηθῇ κανείς. «Τί τὤκανες τὸ παλτό;» τὸν ἠρώτησα μὲ μόλις συγκρατουμένην ἀγανάκτησιν. Καὶ τὶ νομίζετε πῶς μοῦ ἀπήντησε; −«Τὸ φοράω…». «Δὲ ντρέπεσαι νὰ λὲς ἀκόμα, πῶς τὸ φορᾶς;» τοῦ λέω. Καὶ τὶ μοῦ λέει; − «Τὸ φοράω ἀπὸ μέσα. Ἄλλοι, βλέπετε, φοροῦν τὸ παλτό τους ἀπόξω καὶ ἄλλοι ἀπὸ μέσα. Ὁ σκοπὸς εἶνε νὰ ζεσταθῇ κανείς…». Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ ἀπάντησίς του;
− Πολὺ λογικὴ καὶ πολὺ εἰλικρινὴς …, τοῦ εἴπαμε. Ἔτσι ἢ ἀλλιῶς τὸ παλτό σου ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του. Θὰ ἦτο ἀσυγχώρητος ὁ φτωχὸς αὐτὸς διάβολος, ἂν ἀντὶ νὰ μετουσιώνῃ τὰ παλτὰ τῶν φιλανθρώπων εἰς οἶνον τὰ μετουσίωνεν εἰς ὕδωρ.





Πηγή

Μνήμης Ενθύμιον - Δήμητρα Σαντά


Απαύγασμα μιας άλλης περιπλάνησης ήταν το χθες..
Νεφέλωμα πολύχρωμων εικόνων,
μες του μυαλού τα απόκρυφα συρτάρια
Εικόνα πρώτη
Το θέρος....
Το θέρος που έφτανε ασθμαίνοντας
με αφέλεια μικρού παιδιού,
ως άλλος άγγελος πυρφόρος τις καρδιές μας να κάψει
Η φλόγα μεσοπέλαγα στα λάθη μας τρεμόπαιζε,
ο ήλιος τις σκιες φοβέριζε,
το φως γλυκοφιλούσε
Εικόνα δεύτερη
Χειμώνας
Τα κρύα απογεύματα που 'φεύγαν
με των ματιων μας το πετάρισμα
και κάπως έτσι πάγωνε κάποιες στιγμές ο χρόνος...
Εικόνα τρίτη
Η εποχή που καλοκαίρια αντάμα με χειμώνες
ένα γινόντουσαν και ντύναν τα μερόνυχτα,
κεντούσανε τα βράδια με καρδιοχτύπια και όνειρα ,
γραμμένα μέσα στων ματιών την άρρητη άβυσσο

Ελληνικός... - Σωκράτους Δαιμόνιο (Δημήτρης Μούχας)

 
Δεν είναι κατάσταση τούτη
με τις σκέψεις από άγνοια στη χώρα σου να ασελγείς
Τίποτα καλό να μην της βρίσκεις να παίζεις το παιχνίδι τους
και μετά να έχεις άποψη και λύσεις να προτείνεις...
Τα χάλια τους έχουν παντού και χειρότερα μη σου πω
κι εσύ παλεύεις άχρηστους να μας βγάλεις.
Πού πήγε η ευγνωμοσύνη σου γι αυτά τα δώρα που 'χεις
όλα δεδομένα τα θεωρείς και ψάχνεις τα καλύτερα
όμως ξέχασες τόσα χρόνια πως κοιμόσουν...
Δεν έχει θάνατο η Ελλάς δεν είναι το γραφτό της
γεννιέται από το χώμα της μέσα από κάθε Iερό της...
Επέστρεψε στις ρίζες σου, στο Ελληνικό το Πνεύμα
και ξέχνα τα παρασάγκαλα απ' έξω που 'χουν έρθει,
σε βάφτισαν Ινδό, σου 'παν μετά για τον Χριστό
κ' εσύ τα απαρνήθηκες όλα, και τώρα ούτε
τη σκέψη σου δεν μπορείς να ορθώσεις...

Ξεκινώντας τη μέρα με Paul Valery...

Πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν.

Καλημέρα!