Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Περπατησιά αγέρα - Παπακωνσταντίνου Ηλίας



Στη λιγοσιά εσβήθει.
Βουεροί αντίλαλοι μάχονται.
Θεομαχάει ο λογισμός τις λέξεις να ξορύξει,
δρασκελίζουν τ’ αλόγατα σε άναρχα πελάη,
και οι θεριστάδες που ’ρθανε φορούσαν τα λευκά τους˙
Το δρομολόι άλλαξε φορέσαν τα μαβιά τους.
Καταχτυπάν οι ρόζοι μας παν’ στου Δρυός τα μάτια,
λιγόπνογα τα στόματα, τη σάρκα κουβαλούνε.
Λόγγος ολάκερος βογκά το λιόφυτό σου παίρνει,
γνέφει στ’ αγναντερά κρημνά, αντίλαλο μη φέρουν.
Μαύρες μπόλιες κορφοχτυπιούνται,
μορφές χαμοβλεφάρισαν κι εκύλα πυρ και δάκρυ.
Άλαλη Πηνελόπη, αλάργα ειν’ το πρόσωπο.
Λαγιάσαν στο σώμα το δεντρόριζο,
και στιγμές τρυγούσαν τα μυαλά απ’ αστραφτοβόλες ώρες,
συνταιριαχτές λέξεις σκυφτές όπου έτρωαν το κατώι…
Θύρες ο θέρος άνοιξε δεν στέκεται σε ζύγι
και σταχοθάλασσα οι χαλκόδετες θημωνιές
που τραγανό κορμί υψώνει.
Νογάει το νήπιο και ρωτά μ’ αθώα βέλη που σχίζουν.
Αμπελουργήτες μη σκαφτεί οργυιά,
παλάμη μη τρυγήσει,
θα ’ναι πικρός ο οίνος ο νιός που βιάζεται για χείλη.
Οι πυροστιές ελειώνανε κόκαλα σιδηροκαμωμένα,
κι ουρανολάμψεις σπαθωτές βγήκαν στα παραθύρια.
Ίδρος γλυκύς της νιότης αραχνοκεντημένος
σε λίθινο κορμί στραγκάει,
κι απαλάμη σέρνει ομβριές να ξεδιψάσει ξέρες.
Κορασίδα λιόχρωμη, σφιχταγκάλιασε τη λυρική της άρπα,
τα δάχτυλά της στις χορδές έχυσε και ας εκαίγαν,
σκοπό κορήβρεχτων ματιών διαλέγει απ’ το σκοτάδι
και αμμομέθυστη φωνή παραλογάει αλήθειες.
Χοροί τραβούσανε ομπρός και ραθυμιά που είχα.
Δαμόκλειος σπάθη σε κρατά ακοίμητο˙
και τρώγισε από μέσα κείνος ο σκώληξ
που συντροφεύει και κόβει την ανάσα.
Πάνω στην αλατόπετρα ετρίφτει η ψυχή,
μέσα βαθιά εκράτει τον κόμπο τον ωχρό
κι από ’ξω μειδιάζει και λαλεί,
έχει σκαλιά να περπατεί πολλά, πολλά μαλλιά που γνέθει.
Κορφολογιέται η πίκρα,
σιγά σιγά αποκλέγονται τα έριζα μυαλά
το κρούσταλλο ν’ απολύσει.
Ανάριες λάμψεις κένταγαν το γόγγυλό σου πνεύμα,
σαπίτες νουεφέρανε και κύλησε άλλο χρώμα.
Ο αλεπονούς θα βρει λαλιά, περπατησιά ολόρθη.
Στ’ αμπάρι οι συνάρμενοι εκίνησαν,
μα τώρα απά στη πλώρη.
Στους συμπλωρήτες ανθοβόλισε την υπάνθιστη πορεία
και χειμασμένη σάρκα
με φεγγοβόλες ριπές κερνούνε τις ψυχές τους.
Πρόσωπα κυδωνόμορφα, μοσχοβολούν απόψε,
λάμπουν περσότερο.
Μεσ’ το πικρύ ειν’ το γλυκί που γεύεται ο νους μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tο ιστολόγιο μας μπορεί να καθυστερεί να ανοίξει όμως ανοίγει. Αυτό θα διαρκέσει για πολύ λίγο ακόμα.
Σας παρακαλούμε τα σχόλια να γίνονται στα Ελληνικά και όχι στα γκριγκλις. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τα ορθογραφικά λάθη. Επίσης καλό θα ήταν τα σχόλια σας να είναι ανάλογα με το επίπεδο και την θεματολογία του ιστολογίου μας. Γενικότερα δεν λογοκρίνουμε κανένα σχόλιο όμως η θέση μας να είναι τα σχόλια εντός του επιπέδου του blog μας είναι απόλυτη.
Ευχαριστούμε πολύ.