Ποιος θέλει να συναναστρέφεται το θάνατο;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να τον νανουρίζει την ύστατη ώρα πριν τα μεσάνυχτα;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να του διαβάζει παραμύθια για να τον γαληνέψει;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να τον ταϊζει ρόδι και μέλι;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να του ανοίγει το ραδιόφωνο για να απλώνεται τριγύρω του η ευχάριστη μελωδία;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να του κόβει τα νύχια, να του χτενίζει τα μαλλιά με το χρυσελεφάντινο χτενάκι;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να τον πλένει με μυρωδικά, να τον στραγγίζει απαλά, να τον ντύνει με αραχνοΰφαντο ύφασμα;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να τον βγάζει βόλτα στην αυλή με τις αχλαδιές και να τον ακούει να μιλά για περασμένες εποχές;
Εγώ το έκανα.
Ποιος θέλει να τον κοιτά στα μάτια μα εκείνος να μη βλέπει,γιατί έχει ήδη ξεκινήσει το ταξίδι της λήθης;
Εγώ το έκανα
για ώρες, για μέρες, για μήνες, για χρόνια.
Κάθε τόσο ετοιμαζόμουν να φύγω,
μα εκείνος με αιχμαλώτιζε
με την αλαφριά αλυσίδα της πρωτύτερης μνήμης.
Αφού ανάσαινα ολοένα την ανάσα του,
τόσο σπαργάνωνε η ζωή μέσα μου,
και ωρίμαζε η σκέψη στο μικρό μυαλό μου
πως δεν ήμουν ταγμένη για τους νεκρούς,
αλλά για τους ζωντανούς.
13.06.2012
Ελελ