Πού πήγες, γιε μου γαλανομάτη;
Πού πήγες, αγαπημένο μου παιδί;
Σκόνταψα στις πλαγιές δώδεκα βουνών καταχνιασμένων,
περπάτησα και σύρθηκα σ’ έξι στριφτές λεωφόρους,
βάδισα ανάμεσα σ’ εφτά θλιμμένα δάση,
βγήκα μπροστά σε μια ντουζίνα ωκεανούς νεκρούς,
πήγα δέκα χιλιάδες μίλια στο στόμα ενός νεκροταφείου,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.
Πού πήγες, αγαπημένο μου παιδί;
Σκόνταψα στις πλαγιές δώδεκα βουνών καταχνιασμένων,
περπάτησα και σύρθηκα σ’ έξι στριφτές λεωφόρους,
βάδισα ανάμεσα σ’ εφτά θλιμμένα δάση,
βγήκα μπροστά σε μια ντουζίνα ωκεανούς νεκρούς,
πήγα δέκα χιλιάδες μίλια στο στόμα ενός νεκροταφείου,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.
Τι είδες, γιε μου γαλανομάτη;
Τι είδες, αγαπημένο μου παιδί;
Είδα ένα νεογέννητο μωρό με λύκους άγριους ολόγυρά του,
είδα μια λεωφόρο από διαμάντια και κανένας δεν ήταν εκεί,
είδα ένα μαύρο κλαρί να στάζει συνέχεια αίμα,
είδα ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους με τα σφυριά τους ματωμένα,
είδα μια άσπρη ανεμόσκαλα σκεπασμένη με νερό,
είδα δέκα χιλιάδες ρήτορες που μίλαγαν σπασμένα,
είδα τουφέκια και κοφτερά σπαθιά σε μικρών παιδιών τα χέρια,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.
Τι είδες, αγαπημένο μου παιδί;
Είδα ένα νεογέννητο μωρό με λύκους άγριους ολόγυρά του,
είδα μια λεωφόρο από διαμάντια και κανένας δεν ήταν εκεί,
είδα ένα μαύρο κλαρί να στάζει συνέχεια αίμα,
είδα ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους με τα σφυριά τους ματωμένα,
είδα μια άσπρη ανεμόσκαλα σκεπασμένη με νερό,
είδα δέκα χιλιάδες ρήτορες που μίλαγαν σπασμένα,
είδα τουφέκια και κοφτερά σπαθιά σε μικρών παιδιών τα χέρια,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.















