Πιο πολύ του άρεσε το τέλος του καλοκαιριού, όχι το φθινόπωρο, τελοσπάντων μπορεί και να 'ταν φθινόπωρο, που να 'ξερε... Δρόσιζε κάτω στην παραλία κι αγαπούσε να περπατάει δίπλα στη θάλασσα μετά την ανατολή. Ήταν ολομόναχος εκείνη την ώρα και τα νερά φάνταζαν σαν το θάνατο. Κι οι γλάροι δεν ήθελαν να κοιμηθούν, τους αηδίαζε ο ύπνος. Οι γλάροι βουτούσαν, ψάχνοντας τα μάτια του, την ψυχή του, ό,τι είχε απομείνει από την ψυχή του.
Αν δε σου έχει απομείνει ψυχή και το καταλαβαίνεις, σημαίνει ότι ακόμα έχεις ψυχή.
Καθόταν και κοίταζε την απέραντη θάλασσα, κι όταν κοιτάς την απέραντη θάλασσα, όλα μοιάζουν απίστευτα. Να, ας πούμε το ότι υπάρχει ένα κράτος σαν την Κίνα ή τις Η.Π.Α. ή το Βιετνάμ. Ή το ότι ήταν κάποτε παιδί. Όχι, αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το πιστέψει. Η παιδική του ηλικία ήταν κόλαση, δεν ξεχνιόταν. Και μετά πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε: έκανε όλες τις δουλειές, πέρασε απ' όλες τις γυναίκες και κατόπιν δεν έμεινε τίποτε, ούτε γυναίκα, ούτε δουλειά. Αλήτης στα εξήντα. Ξοφλημένος. Τέρμα. Από μετρητά, είχε ένα δολάριο και είκοσι σεντς. Πληρωμένο το νοίκι μιας εβδομάδας. Ο ωκεανός... Σκέφτηκε τις γυναίκες. Μερικές ήταν καλές μαζί του, άλλες πάλι σκύλες, λίγο τρελές κι αφάνταστα σκληρές. Δωμάτια και κρεβάτια και σπίτια και Χριστούγεννα και δουλειές και τραγούδια και νοσοκομεία και πλήξη, πληκτικές μέρες και νύχτες, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά ελπίδα.
Στα εξήντα του χρόνια άξιζε ένα δολάριο και είκοσι σεντς.