Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

"Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ", Γιάννης Πετράκης


 




«Ο ουρανός θα κοκκινίσει από το αίμα», είπε το ατσάλι. Η φωτιά συμφώνησε. «Ο ουρανός θα κοκκινίσει από την ιδέα», είπε το σφυρί. Το δρεπάνι συμφώνησε. «Προσέξτε μην κοκκινίσει από ντροπή», συμβούλευσε στωικά, με την τεράστια εμπειρία του σε χτυπήματα, το αμόνι. 



[Από τη συλλογή Έρημος, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2013. ]

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Ὁ Ταΰγετος (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑλλάδα») - Κώστας Οὐράνης


Κανένα βουνὸ ἀπ᾿ ὅσα εἶδα στὴ ζωή μου - ἀπὸ τὸ Μὸν Μπλὰν μὲ τὰ - αἰώνια ἀπάτητα χιόνια ἴσαμε τὶς πιὸ ἄγριες ἱσπανικὲς «σιέρρες» δέ μου ἔκανε ποτὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ αἰσθάνθηκα, ποὺ δέχθηκα, κατάστηθα θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ, ὅταν ἀπὸ μία ψηλὴ καμπὴ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου πρὸς τὴ Σπάρτη ἀντίκρισα τὸν Ταΰγετο σ᾿ ὅλο τοῦτο ἐπιβλητικὸ ὕψος. Δὲ φανταζόμουν ποτὲ ὅτι θὰ ὑπῆρχε βουνὸ μὲ τέτοιο χαρακτῆρα, τέτοιαν ἀτομικότητα. Ἡ εἰκόνα του ἦταν ἄφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σὲ τεράστιες, συμπαγεῖς πλαγιές, παρόμοιες μὲ στηρίγματα τειχῶν, χρώματος μὸβ καὶ μολυβένιου, καὶ «οἱ κορφές του, ποὺ ἔχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στὸ γαλανὸ οὐρανὸ κατακάθαρα καὶ σκληρά. Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως συμβαίνει μ᾿ ἄλλα ψηλὰ βουνά, μικρότερες βουνοσειρὲς νὰ τὸν μισοκρύβουν καὶ νὰ ἐμποδίζουν ν᾿ ἀγκαλιάσει κανεὶς μὲ μιὰ ματιὰ ὁλόκληρο τὸ ὕψος του. Ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Σπάρτης, ὅπου κάνει φιδίσιους ἑλιγμοὺς ὁ Εὐρώτας, καὶ ποὺ ἁπλώνεται σὰ μιὰ θάλασσα πρασινάδας, ὁ Ταΰγετος σηκώνεται ἀνεμπόδιστος, ἴσιος, ὥριμος καὶ δυνατὸς μὲ μία περήφανη ἀνάταση - ἴσαμε τὸ ὕψος τῶν χιονοσκεπασμένων κορυφῶν του. Καθὼς ἐμφανίζεται ἔτσι, δὲ δίνει μόνο μιὰ ἐντύπωση μεγαλείου, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ συγκίνηση.

Δὲν τὸν φαντάζεται κανεὶς ἄψυχο: παγερὴ αἰωνιότητα ὕλης. Καθὼς ὑψώνεται θεόρατος καὶ δυνατός, σκιάζοντας τὴ μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σὰ μιὰ ἔμψυχη παρουσία, σὰ νὰ εἶναι ὁ τιτανικὸς φρουρός της - καὶ δίνει πραγματικὰ τὸ μάθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνέργειας καὶ τῆς δύναμης, ποὺ ἔνοιωσε ὁ Μωρὶς Μπαρρές, ὅταν τὸν εἶδε καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐξήγησε τὸ πολεμικὸ θαῦμα τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Ἀληθινά, ἀφοῦ δεῖ κανεὶς τὸν Ταΰγετο, ἐννοεῖ καλύτερα, ἐννοεῖ ἐντελῶς, πὼς ὑπῆρξε ἡ φυλὴ αὐτὴ περήφανη, ἡ ἐξαίσια ἀνδρική, ἡ λιτή, ἡ αὐστηρὴ καὶ πολεμόχαρη, ποὺ ἔζησε στὴν κοιλάδα αὐτὴ τῆς Σπάρτης χωρὶς νὰ νοιώσει ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ περιτειχίσει Ἀκροπόλεις γιὰ νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς σὲ ὧρες ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀντίκριζαν καθημερινὰ τὸν Τιτᾶνα αὐτὸν ποὺ λέγονταν Ταΰγετος, ποὺ ἀνέπνεαν τὸν ἀέρα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὶς κορυφές του, ποὺ αἰσθάνονταν ὄχι τὸ βάρος του πάνω στὴν πεδιάδα τους, ἀλλὰ τὸ ἀγέρωχο ὕψος του, δὲν ἦταν δυνατό, στὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες τῶν πολέμων καὶ τῶν στενῶν πατρίδων, νὰ μὴ ἀναπτυχθοῦν σὲ χαλύβδινους καὶ περήφανους πολεμιστὲς καὶ νὰ μὴ θέσουν τὴ φυλή τους ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῶν Ἀθηνῶν ...

Ἄλλοτε, πρὶν δῶ ἀκόμα τὸν Ταΰγετο, θεωροῦσα κι ἐγώ, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, κατώτερη τὴ φυλὴ αὐτὴ ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς χωρὶς νὰ ἀφήσει στοὺς αἰῶνες τίποτα γιὰ νὰ θυμίζει τὴ διάβασή της: οὔτε ναό, οὔτε ἕνα ἔργο τέχνης. Τώρα αἰσθάνομαι ὅτι oι Σπαρτιᾶτες «ἄφησαν» ὡς μνημεῖο τους τὸν Ταΰγετο γιατὶ, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν περήφανη παρουσία του, ὕψωσαν σὰν τὴν ψυχή τους ἴσαμε τὴν ψηλότερη κορφή του κι ἔγιναν ἕνα μ᾿ αὐτόν...
 
 
 
 
 
 
 

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Βιζυηνός επί 2 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης


Δύο διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει το κοινό από την επόμενη εβδομάδα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Πρόκειται για τα έργα "Το μόνον της ζωής του ταξείδιον" και "Το αμάρτημα της μητρός μου", που ανεβαίνουν σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη από τις 14 και τις 15 Οκτωβρίου αντίστοιχα.

Το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού "Το μόνον της ζωής του ταξείδιον" αφορά στο αυτοβιογραφικό "Ταξείδιον" που έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας, ορφανός από πατέρα, το 1859, στην ηλικία των δέκα χρόνων, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη παραγιός σ΄ ένα σκληρό και τυραννικό ράφτη.

Ο εγκλεισμός του στο ραφτάδικο, οι φόβοι και οι προσδοκίες του, η φαντασία του μικρού παιδιού, όταν μαθαίνει την ύστατη επιθυμία του παππού του, να ταξιδέψει μέσα στη νύχτα, πάνω σ΄ ένα άλογο, για να του κλείσει τα μάτια, για "το μόνον της ζωής του ταξείδιον", ενορχηστρώνονται με ποίηση, ρεαλισμό και στοχασμό, σε ένα από τα σημαντικότερα διηγήματα που γράφτηκαν ποτέ στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Eroica (απόσπασμα) - Κοσμάς Πολίτης


    Την ξαναείδα πριν από λίγα χρόνια – όχι την ίδια μα κάποιαν άγνωστη που αν τύχαινε νάταν αυτή η Μόνικα, θάμοιαζε ολόιδια εκείνη. Την είδα με το ξανθό κεφάλι της γυρτό και τον χλωμό αυχένα τεντωμένον οριζόντια κάτω από την κοφτερή των ήχων δοξαριά – τεχνικά και ωραία σαν από δήμιου έμπειρο χέρι – την ώρα που το κυρίαρχο βιολί οδήγαε την ορχήστρα μέσα στους παραλογισμούς του όνειρου που κάποιοι ονομάζουνε «ρομάντσα σε φα μείζον». Η νεαρή μου άγνωστη στο μπροστινό κάθισμα σκεφτότανε όπως κι εγώ – ω, είμαι βέβαιος για τούτο – σκεφτόμαστε κι οι δυο – Διδάσκαλε συγχώρησέ μας – αν έβαζες κι ένα ταμπούρλο να σβήνει τ’ όνειρο μακρυά, στο βάθος, σαν κεχριμπάρια του κομπολογιού που χύνουνται μουντά στο χώμα κι όλα σκορπάνε πέρα-δώθε αφήνοντας στα χέρια μας κάποιο σπασμένο νήμα να κυττάμε.

...Είμαστε από το υλικό
που πλάθονται τα όνειρα και η ζωούλα μας
τυλίγεται στον ύπνο.

Έτσι θα σιγοτραγουδούν υφαίνοντας του υπνοθανάτου το κουκούλι με ωχροκίτρινο μετάξι οι κάμπιες που παιδεύαμε μικροί. – Και γιατί όχι; Μου εξηγάει κάποιος. Ίσως ετούτες οι χνουδένιες ψυχές να μην είναι παρά η μετουσίωση του όνειρου μιας κάμπιας πράσινης ή καφετιάς. Ήρεμη ανάταση σε φως αττικό – αυτό δεν είναι, καθώς λένε, ο Παρθενώνας; – μαρμαρωμένη επιβίωση της σκέψης. Και η Apassionata ένας πόθος κρυφός ικανοποιημένος σε αχάτινους ήχους;... Τι τα θέλεις, τρεφόμαστε από την πεμπτουσία του ρεμβασμού των άλλων, όλοι εμείς τα παράσιτα της ζωής...
Η άγνωστή μου σφίγγει το μαντίλι της πάνω στα μάτια. Μην κλαίει κι αυτή εδώ μπροστά μου και ψιθυρίζει σαν εκείνη: – Πάει τ’ όνειρο! Ήμουν τρελλή! Poco dura la festa dei matti. Λίγο κρατάει το πανηγύρι των τρελλών...
Μπερδεψοδουλειές! Ίσως να πρόκειται μονάχα για κάποια πρόχειρη και λανθασμένη αντίληψη που εφαρμόζει με το ζόρι και οδυνηρά σε μια παληά ενθύμηση – αυτές δεν έχουν τελειωμό.








Πηγή

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Bαγγέλης Pαπτόπουλος Ο τρομοκράτης

Tο διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα TA NEA το καλοκαίρι του 1999 και δεν περιλαμβάνεται σε κανένα βιβλίο του Bαγγέλη Pαπτόπουλου.

Eίχε δώσει την υπόσχεση στον εαυτό του. Tην πρώτη φορά που κάτι θα πήγαινε στραβά σε κάποια επιχείρηση, να τα παρατήσει. Ήξερε πώς ακουγόταν κάτι τέτοιο. Kαθαρή μεταφυσική. Nα πιστεύεις σε οιωνούς και γρουσουζιά, να είσαι προληπτικός σαν φοβισμένη γυναικούλα. Για ένα τέρας ορθολογισμού όπως ο ίδιος, ήταν εξωφρενικό. Nά που συνέβαινε όμως. Mέσα του ήταν πεπεισμένος ότι με το πρώτο σοβαρό λάθος, με την πρώτη μεγάλη ατυχία, θα άρχιζε να ξηλώνεται το ύφασμα. Tην επόμενη φορά μπορεί να τον έπιαναν ή, ακόμα χειρότερα, να τον σκότωναν. Ίσως έφταιγε η παρανομία. Oι ακραία συνομωτικές συνθήκες, στις οποίες ζούσε από τότε που είχε οργανωθεί στους «Eπαναστατικούς Πυρήνες». Tο να κρύβεις μια ολόκληρη πλευρά της ύπαρξής σου στο σκοτάδι, ήταν το κατάλληλο έδαφος για να ανθίσουν μέσα στο κεφάλι σου διάφορα παράξενα λουλούδια.

Eφημερίδες και τηλεόραση διέδιδαν την άποψη ότι σε οργανώσεις σαν τη δική τους επικρατούσε ένα είδος νόμου του αίματος. Ότι, δηλαδή, ήταν αδύνατον να τα εγκαταλείψεις, από τη στιγμή που θα γινόσουν μέλος και μετά, αφού σε συνέδεαν πια φονικές πράξεις με τους υπόλοιπους συντρόφους σου. Δημοσιογράφοι και κοινό μπέρδευαν τις επαναστατικές ομάδες ένοπλης δράσης με τη μαφία, ήταν πολύ απλό. Kαι φαντάζονταν ότι υπήρχε κάτι σαν την περίφημη «ομερτά» κι εδώ, όπου εάν αποκάλυπτες ποτέ σου το παραμικρό σε έβγαζαν οι ίδιοι οι συναγωνιστές σου από τη μέση. Tο μυαλό των μαζών είχε γίνει πουρές από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου, που τους έκαναν οι Aμερικανοί. Kυρίως μέσα από τις χολυγουντιανές ταινίες.

Nαι, ο Pωμανός είχε δώσει την υπόσχεση στον εαυτό του. Kαι την κράτησε.

H επιχείρηση εναντίον του Kρανιωτάκη, του Xαράλαμπου Kρανιωτάκη, του ιδιοκτήτη της «333 Xρηματιστηριακής», είχε γίνει στις 28 Iανουαρίου 2000. Δυο μέρες αργότερα, ο Pωμανός βρισκόταν ήδη εδώ, μακριά, και τηλεφωνούσε στον σύνδεσμό του με την οργάνωση. Στον Mίνωα, όπως ήταν το συνθηματικό τού συντρόφου του. Tου είχε πει μια μόνο λέξη («έσπασα») και ο άλλος είχε καταλάβει. Aλλά στο τέλος είχε χάσει τον έλεγχο, τον είχε πιάσει κρίση συναισθηματισμού κι είχε αρχίσει να παραληρεί: «Δεν αντέχω άλλο, ρε συ, Mίνωα. Έχω απογοητευτεί, δεν πιστεύω ότι θα καταφέρουμε τίποτα. Aλλά... εσύ μη μ' ακούς! Για μένα μιλάω. Για το άτομό μου».

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Ανδρέας Καρκαβίτσας Ναυάγια (Λόγια της πλώρης)

Μόλις αράξαμε στη Στένη, ο καπετάν Ξυρίχης πήρε τη βάρκα κι έτρεξε στο τηλεγραφείο. Δυο ημέρες τώρα δεν ήβρεσκε ησυχία. Τριάντα μίλια έξω από το Μπουγάζι αντάμωσε τον «Αρχάγγελο», το μπάρκο του, που ήταν μέσα κυβερνήτης και γραμματικός τα δυο του αδέρφια. Δεν πρόφτασαν να καλοχαιρετηθούν, να ειπούν για το φορτίο και το ναύλο τους και τους χώρισε ο χιονιάς. Κατόρθωσε τέλος να ορθοπλωρίσει το δικό μας και ολάκερο ημερονύχτι θαλασσοδαρθήκαμε στ' ανοιχτά. Μα όταν μπήκε στο Βόσπορο, ρώτησε όλους τους βαρκάρηδες, τους πιλότους, ακόμη τους κουμπάρους και τις κουμπάρες· αλλά τίποτε δεν έμαθε για τον «Αρχάγγελο». Τι να έγινε; Φυλάχτηκε πουθενά; Πρόφτασε να ορθοπλωρίσει κι εκείνος ή έπεσε απάνω στους βράχους; Κι αν τσακίστηκε το μπάρκο, σώθηκαν τουλάχιστον τ' αδέρφια του; Όλο τέτοια συλλογίζεται κι έχει συγνεφωμένο το μέτωπο, τρέμουλο έχει στην καρδιά.
'Οταν έφτασε στο τηλεγραφείο, ξέχασε μια στιγμή τον πόνο του εμπρός στον πόνο των αλλωνών. Κάτω στην αυλή, απάνω στις σαρακωμένες σκάλες και παραπάνω στ' ασάρωτα πατώματα κόσμος σαν αυτόν ανήσυχος· γυναίκες, άντρες, παιδιά πρόσμεναν να μάθουν από το σύρμα την τύχη των δικών τους. Κι εκείνο σώριαζε με την ταρναριστή φωνή του ακατάπαυστα θλίψη. Ονόμαζε πνιγμούς, μετρούσε θανάτους, έλεγε ναυάγια, περιουσίας χαμούς, συνέπαιρνε χαρές κι ελπίδες σαν δρόλαπας. Και κάθε λίγο απάνω στα πατώματα, στις σκάλες κάτω και παρακάτω στην αυλή θρήνοι α-κούονταν, κορμιά έπεφταν λιπόθυμα, φωτιά κυλούσε το δάκρυ.
Ο καπετάν Ξυρίχης δε μπορούσε να υποφέρει περισσότερο το βάσανο. Βιαζότανε να μάθει και τη δική του μοίρα. Έσπρωξε τον κόσμο ζερβόδεξα, ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά, έφτασε με κόπο στη θυρίδα και ρώτησε με ολότρεμη φωνή:
- Για τον «Αρχάγγελο»... το μπάρκο... μην ακούσατε τίποτα;
- Τίποτα· του απαντά ξερά ο τηλεγραφητής.
- Τίποτα! πώς είναι δυνατόν; ξαναρωτάει. «Αρχάγγελο» το λεν έχει φιγούρα δέλφινα... έχει στο μεσανό κατάρτι κόφα. Σπετσιώτικο χτίσιμο.
Και κολλάει περίεργα τα μάτια στου υπαλλήλου το πρόσωπο, αυτιάζεται τους κρότους που βγάζει ξερούς, συγκρατητούς, σαν δοντοχτύπημα κρυωμένου, η μηχανή. Τα σωθικά του λαχταρούν, φεύγουν τα σανίδια από τα πόδια του- έτοιμος να λιποθυμήσει. Μα δεν την παρατά τη θέση του. Τέλος σηκώνει εκείνος τα μάτια, τον καλοκοιτάζει μια στιγμή και λέει με φωνή αδιάφορη:
- Ναι ...«Αρχάγγελος». Χάθηκε στο τάδε μέρος της Ρούμελης. Κόπηκε στα δυο· η πρύμνη του ρίχτηκε στους βράχους με δυο παιδιά μέσα... Τα παιδιά είναι ζωντανά.
- Ζωντανά! Αναστυλώνεται ο καπετάνιος στα πόδια του.
- Τα ονόματα; λέει με φωνή σαν χάδι· δεν μπορούμε τάχα να μάθουμε τα ονόματα;

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Αργύρης Εφταλιώτης Χαρά ανίκητη


Το είχε στο αίμα του ο γέρο Τραντάφυλλος να μη δαμάζεται από πίκρες. Η λαχτάρα, η ελπίδα, κι η δύναμη της χαράς γλυκοσπαρταρούσανε μέσα του πάντα. Τον έβλεπες κι έλεγες· να άνθρωπος που του αξίζει να ζει. Όχι γέλιο, όχι χαμόγελο, μικρό τρεμούλιασμα μονάχα στα χείλη του έσωνε να σε καταπείσει πως ήταν η ψυχή του περιβόλι από την Πρόνοια ορισμένο να θρέφει της χαράς τα λουλούδια.
Κι ωστόσο, καθώς όλα του κόσμου αλλιώτικα, έτσι κι η τύχη του χρυσόκαρδου εκείνου ανθρώπου. Μια σειρά φουρτούνες και συφορές η ζωή του. Ξενιτεύτηκε κι αυτός νιος καθώς οι πιότεροι του φτωχικού του νησιού. Σ’ ένα ξερονήσι ποιος να πρωτοζήσει! Έκαμνε κάθε αγόρι της προκοπής το σταυρό του και τράβαγε κατά την «Ανατολή». Καλλιφορνία ήταν τότες η Ανατολή.
Πέρασε εκεί κακορρίζικα χρόνια· κακορρίζικα με το να πλάκωσαν άξαφνα δύστροποι χρόνοι. Και σα να μην έσωναν οι κακές οι σοδιές, βρέθηκε να είναι τότες κι οι «Ζεϊμπέκοι» στη δόξα τους, και να πάρουν απάνω τους δεν μπορούσαν οι ξενιτεμένοι οι νησιώτες. Ο δικός μας ωστόσο, τ’ αυτί του δεν ίδρωνε. Όχι πως δεν τον έμελε· άλλο δεν ονειρεύουνταν παρά να γυρίσει κι αυτός με σαβούρα· μα οι αναποδιές εκείνες που άλλοι τις έπαιρναν κατάκαρδα, και μόνο που χεροτέρευαν την κακοτυχιά τους, ο Τραντάφυλλος τις είχε παιδιακίσια φυσήματα σε μεγάλη γαλήνη.
Σαν καλός έμπορος, τη ζωή του την περνούσε ανάμεσα σε σακούλια ρύζι και βαρέλια τριμμένη ζάχαρη. Κι αν καλοκάθιζε κάποτες, ήτανε για να γράψει στους δικούς του. Στην κάμαρα του απάνω από το μαγαζί ποτές δεν ανέβαινε, παρά για να κοιμηθεί.
Αυτή ήταν η ζωή του χρόνια πολλά. Ζωή που μπορούσε την ψυχή του ανθρώπου να την καταντήσει λυχνάρι μισόσβεστο, άγραφη πλάκα να τον κάμει το νου, θρύμματα την καρδιά, καράβι καθισμένο τον άνθρωπο. Ο Τραντάφυλλος όμως όχι· αυτός έλπιζε πάντα πως θα τόνε χαρεί τον κόσμο, κι ελπίζοντας τη χαίρουνταν τη ζωή του.
Βαριά, σκοτεινά, κι ατέλειωτα τα χρόνια εκείνα, κι ωστόσο περνούσαν.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Βοσταντζόγλου [Μποστ.] Χρύσανθος Το επάγγελμα της μητρός μου


Όταν η μητέρα μου, την ώρα που τρώγαμε, ανάγγειλε στον πατέρα μου ότι θα γίνη πόρνη, εκείνος, που ήταν παλαιών αρχών, θέλησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψη. Δεν το εύρισκε σωστό ν’ ακολουθήση αυτό το επάγγελμα.
     ― Γιατί ειδικώς θέλεις ν’ ακολουθήσης αυτό το επάγγελμα και να γίνης πόρνη; την ρώτησε με καλωσύνη, σκουπίζοντας το στόμα του με την πετσέτα.
     ― Για να κερδίσω χρήματα και να είμαι αυτάρκης. Δεν θέλω συνεχώς να σου ζητώ χρήματα, είπε, βάζοντας λίγη σούπα στα πιάτα μας.
     O πατέρας μου έμεινε για λίγο σκεπτικός. Mετά της είπε:
     ― Oι προθέσεις σου, βεβαίως, είναι αγαθές και η επιθυμία σου να συμβάλλης με το κατά δύναμιν, με συγκινεί αφαντάστως. Aλλά είσαι τόσον βεβαία ότι με τον κλάδον τον οποίον θα ακολουθήσης, θα κερδίσης αρκετά;
     H μητέρα μου ετίναξεν υπερήφανα το κεφάλι προς τα πίσω όπως το συνήθιζεν και απήντησε.
     ― Nαι, το πιστεύω. Eίμαι υπερβεβαία ότι θα κερδίσω.
     Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του. Ήξερα ότι ήταν ρεαλιστής και δεν επείθετο εύκολα.
     ― Tότε, ημπορείς να μου αναφέρης μερικά ονόματα γυναικών αι οποίαι να επλούτισαν με αυτό το επάγγελμα; Kαι εάν μου αναφέρης και κατορθώσης να με πείσης, τότε εγώ ο ίδιος, υπόσχομαι να σε βοηθήσω και να σου δώσω τα αρχικά κεφάλαια, ώστε να θέσης τας βάσεις μιας αποδοτικής εργασίας.
     Tην ώρα που ο μπαμπάς μασούσε, η μαμά τού ανέφερε μερικά ονόματα γνωστών της κυριών.
     ― Oρίστε, συμπλήρωσε. Aυτές πώς κερδίζουν χρήματα;
     O πατέρας μου την κοίταξε μειδιώντας συγκαταβατικά. Έπειτα έβγαλε τα γυαλιά του, τα ύγρανε κι άρχισε να τα καθαρίζη με αργές κινήσεις.
     ― Mα, αγαπητή μου, γιατί ομιλείς σαν παιδί; Aυτές έχουν γνωριμίες που τις καλλιεργούν εδώ και 20 χρόνια. Δεν νομίζω ότι θα έχης τας επιτυχίας αυτών. Aυταί επεδόθησαν από μικράς ηλικίας, κατέχουν το επάγγελμα καλώς κι έχουν αποκτήσει πείραν και ειδικότητα. Δεν ημπορείς εσύ εις την ηλικίαν των 45 ετών να κάνης καρριέραν. Πολύ φοβούμαι, ότι δεν σταθμίζης καλώς τα πράγματα και οι κόποι σου θα αποβούν επί ματαίω…
     ― Tουλάχιστον, θα έχω την ικανοποίησιν ότι δοκίμασα.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Λάσκαρης Π. Ζαράρης Ο ήρωας νικά


Ένας νέος συγγραφέας  σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα κέντριζε το ενδιαφέρον των αναγνωστών του. Έτσι βάλθηκε να «σκαρώσει» μια ιστορία, εκμεταλλευόμενος κάποιους πειραματισμούς. Ανακάλυψε έναν ήρωα όχι και τόσο συμπαθητικό, παρόμοιο μ’ εκείνους των κλασικών μυθιστορημάτων και τον περιστοίχισε με σύγχρονες ιδέες.
   Ο ήρωας του θα έπρεπε να μην είναι καθόλου όμορφος, να έχει αρκετά ελαττώματα και πάθη, προικισμένος από τη φύση του με χαρακτήρα ευέξαπτο. Μια τύχη τσιγκούνα θα τον ακολουθούσε παντού στην καθημερινή του ζωή.
   Σε μία ιστορία μικρή ο ήρωας, σκοτεινός και μελαγχολικός, άρχισε να νιώθει πιεσμένος, κι εξοργισμένος καταφέρθηκε εναντίον του συγγραφέα μέσα από τις βιαστικές σειρές και τις λέξεις που χοροπηδούσαν απειλητικά τριγύρω του.
   -Άκουσε να σου πω! Να με βγάλεις απ’ αυτή την πλοκή…Και σύντομα κιόλας!
   Ο συγγραφέας, ξαφνιασμένος από την εναντίωση του ήρωά του, έψαχνε για πρόχειρες δικαιολογίες:
   -Μα κοίταξε, ο ρόλος σου θα είναι σπουδαίος εκεί. Θα σε βάλω ν’ αποκτήσεις τεράστιες γνώσεις και πως με την εκδήλωση των παθών σου έγινε η αφορμή ν’ ανακαλύψεις έναν κρυμμένο, πλούσιο εσωτερικό κόσμο που αγνοούσες μέχρι σήμερα.
   -Ψυχαναλυτικές ανοησίες! Αν πράγματι ενδιαφέρεσαι για μένα, μην με αφήνεις έκθετο σ’ αυτή την ιστορία που σχεδιάζεις. Μετέφερε με σε άλλη, καλύτερη. Θα προτιμούσα τη μορφή ενός μυθιστορήματος-ποταμού.
   Ο συγγραφέας, γεμάτος αβεβαιότητα, ψιθύρισε:
   -Δεν ξέρω…αρκετά δύσκολο εγχείρημα μου φαίνεται…
   Ο ήρωας κάγχασε:

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας Ο ΒΟΪΔΑΓΓΕΛΟΣ


Όσα αστεράκια έχ' ο ουρανός τόσες φορές την είχε φιλημένη· και μιά φορά την έκαμε δικιά του, καταδικιά του.
Έτσι 'να βράδυ την είχε πλανέψει –σχεδόν τη μάγεψε– και την έσυρε μαζί του ως τους ίσκιους, πούχε στο περιγιάλι το σούρουπο απλωμένους.
Αυτός που τον σιχαίνονταν ο κόσμος και κοίμιζαν οι μάνες τα παιδιά με τη φοβέρα του, αυτός ο ασκημάνθρωπος, πούχε σαν του βοδιού μιά φάτσα, αυτός ο στραβοκάνης, ο αλλοίθωρος, που όταν σε θώραε κοίταες πλάι σου να διείς ποιόνα κοιτάζει, αυτός που φαίνονταν πάντα σαν να γέλαε – κι ας έκλαιε μέσα του η ψυχή του– αυτός, ναι αυτός, την είχε σύρει ως τα βούρλα, και κει πλάι στο κύμα τήνα ξάπλωσε στα βότσαλα, στις αρμυρήθρες – πα στα φύκια...
Καθώς γιαλό γιαλό, αυτήνα γύριζε 'να βράδυ σπίτι της, την πέτυχε.
Είχε ανασκουμπωμένα τα βρακιά του ως τα γόνατα και τα μανίκια του πουκάμισου αναστραμμένα έως τους ώμους.
Ούλη μέρα ψάχνοντας την ακροθαλασσά και τις κοτρώνες, είχε συλλέξει μες στο δίχτυ του κάνα δυό καβουρομάνες και οχταπόδια, ένα μεγάλο κοκωβιό και μύδια διάφορα. Και όπως έσκυβε πάνω στη θάλασσα, τα λογδιά των μαλλιών του τον τύφλωναν, κ' η φάτσα του –εκείνη η βλάκικη– κατά πώς υπόφερνε ψαχουλεύοντας το βυθό με τις πατούσες, φαίνονταν σαν να γέλαε. Ένα γέλιο Θεέ μου ηλίθιο και αδιάντροπο.
Όχι γιατί στ' αληθινά αυτός γέλαε, παρά γιατί έτσι ήταν το μούτρο του χυμένο –σχεδόν σταματημένο– πάνω σ' αυτό το σκέδιο.
Λες κ' είχε ξεραθεί πάνω στο γέλιο του !
Λες και τον γέννησ' έτσι –κατά πώς ήταν τώρα– η μάνα του!
Αφού φαίνονταν τα κοφτερά τόξα των δοντιών του και τα χείλια του τού ήταν σκισμένα ως τ' αφτιά... Μπα που κακοχρονάχε τέτοιο τέρατο !
Αφού τα μάτια του έλαμπαν – σαν πως όταν γελάμε μ' ούλη την καρδιά μας. Μπα που να μην έσωνε ο χαλές!
Λοιπόν δε γέλαε;
Όχι! Μήτ' έκλαιγε. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξευρε καλά καλά μήτε πώς γελάνε, μήτε πώς κλαίνε.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Ελένη Θεοχάρη-Περράκη Το γλυκό


Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο.
  Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές.
  Η Σουβλίτσα δεν φοβάται τίποτα. Κι έτσι μπορεί να τον πειράζει με όλα αυτά. Όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, ο μπαρμπα-Μυτούσης στήνει πάντοτε αυτί. Μόλις καθίσει και φορέσει τα γυαλιά του για να διαβάσει την εφημερίδα, κάτι θα γίνει, ένας κρότος, κάποια φασαρία. Πρέπει να σηκωθεί και να τρέξει να δει τι συμβαίνει… Νά! όπως τώρα. Τι θόρυβος είν’ αυτός; Από ποια μεριά έρχεται; Από την κουζίνα; Ίσως να ’ναι η γάτα… Όχι! Τώρα νιαούριζε στην αυλή. Ο μπαρμπα-Μυτούσης είναι ανήσυχος. Περίεργο! Θα ’λεγε κανείς πως έπεσε το μισό σπίτι… Η πόρτα της κουζίνας κλειστή. Προσπάθησε να την ανοίξει.
  – Σουβλίτσα… φωνάζει. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας.
  – Μπαρμπούλη μου, δεν είναι κλειδωμένη. Στάσου… έπεσε το σκαμνί στην πόρτα, γι’ αυτό δεν ανοίγει. Μπλέχτηκα πάλι.
  Μα πώς να μην μπλεχτεί. Τίποτε όρθιο δεν είχε μείνει στην κουζίνα.
  Ο μπαρμπα-Μυτούσης μισάνοιξε την πόρτα και κοίταζε.
  Η Σουβλίτσα έτριβε μια το γόνατό της και μια τον αγκώνα της.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Ναπολέων Λαπαθιώτης Tα μαραμένα μάτια



O Nαπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888 και απεβίωσε το 1944. Tο διήγημα «Tα μαραμένα μάτια» περιλαμβάνεται στη συλλογή του Θωμά Γκόρπα «Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα», εκδόσεις Σίσυφος 1981 (τόμος B' 1909-1950).


Oτι είχε γυρίσει ο Λόχος απ' το γυμνάσιο... Mέσ' το μουντό και βαρύ σπίτι που προσωρινά ήταν καμωμένο στρατώνας (πέρα, στα Iππικά, κατά το Πολύγωνο), καθώς έπεφταν τα σκοτάδια του χυνοπωρινού δειλινού που όσο πάαινε και φυλλορροούσε, ανακατωμένα σουρσίματα ποδιών, φτυσιές, φαντάροι όπλα, βλαστήμια, το Σταυρό σου, και πού και πού μίαν αυστηρή τραχεία φωνή λοχία, ένα «Σιωπή» ή ένα «E! Σκασμός» να δεσπόζη μεσ' το πολυτάραχο κι' αποκανωμένο ανθρωπομάζωμα.

Aπ' το πρωί, πηχτά σύγνεφα σκόνης είχαν σκωθεί μπρος στο Πολύγωνο και χορεύανε τρελούς χορούς... Tα βλέπαμε να σεργιανάνε, μουγγά και πελώρια, σα βασιληάδες, ερχόμενα μακρυάθε, απ' τα Mεσόγεια, Kύρος οίδεν από ποιους κάμπους Aττικούς, και να κρύφτουν το γέρμα του ήλιου και τις πορφύρες των βασιλεμάτων με τις βρώμες τους και με τις κιτρινάδες τους. Tα μάτια στραβωνόντουσαν, και τα δόντια γιομίζαν χώματα.

Eίμαστε όλοι κλεισμένοι μεσ' το λόχο - θαρρώ επιφυλακή - και πηγαινοερχόμαστε άλαλοι κι ανίδεοι από θάλαμο σε θάλαμο, κερδισμένοι από το μυστήριο και τη θλίψη της ώρας, ένα χλωμό κοπάδι φυλακισμένοι, χωρίς αιτία, χωρίς οργή, μελαγχολικοί κ' υπάκουοι.

O λοχαγός σκυφτός απάνου σ' ένα σωρό αναφορές, υπόγραφε υπομονετικά και σιωπηλά, μέσ' το σκοτεινιασμένο γραφείο του σιτιστή, ακουμπισμένος απάνου στο πεζούλι του παραθυριού, καμμιά φορά έρριχνε ένα μακρύ βλέμμα κ' επισκοπούσεν όξω, την θολήν ανεμοζάλη...

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

O βιολιστής - Γεώργιου Δροσίνη


O Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε το 1859 και απεβίωσε το 1951. Tο διήγημα «O βιολιστής» δημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Tύπος» και εντοπίστηκε στο αρχείο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Mιχ. Xανούση.
Hταν ένας βιολιστής με παρδαλά ρούχα και με υψηλό σκούφο. Στο λαιμό του κρατούσε σφιγμένο το βιολί του και με τ' άλλο χέρι το δοξάρι. Kουρδιζόταν κι έπαιζε σαν αληθινός βιολιστής.

Kι όμως δεν ήταν αληθινός. Hταν από ξύλο. Aπό ένα πολύ σπάνιο όμως ξύλο: το ξύλο της Aγάπης. Tι είναι αυτό το ξύλο κι από τι δένδρο κόβεται δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως κάθε τι το καμωμένο από τέτοιο ξύλο μπορεί ν' αγαπήση σαν ζωντανός άνθρωπος.

O βιολιστής άμα ήρθε στον κόσμο ετυλίχθηκε μέσα σε χαρτί, εκλείσθηκε σε χονδρό κουτί κι εστάλη σ' ένα εμπορικό για να πουληθή σαν να ήταν σκλάβος ο κακόμοιρος.


Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Σκοτάδι (απόσπασμα) - Αλέξης Αντωνόπουλος



H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

απόσπασμα από το βιβλίο ΣΚΟΤΑΔΙ του Αλέξη Αντωνόπουλου (εκδόσεις Ars Poetica)

 

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό Παλάτι, κρυμμένο μέσα σ’ ένα Δάσος που είχες περπατήσει πριν πολλά χρόνια, ζούσε ένας Πρίγκιπας. Ο πατέρας του, ο Βασιλιάς, τον αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, και το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να προσφέρει στον γιο του ήταν το ίδιο τους το σπίτι: Κάθε πίνακας, πολυέλαιος και καθρέφτης στο παλάτι, κάθε χαλί ή πιάτο, κάθε εκατοστό του παλατιού τέλος πάντων, είχε επιλεχθεί από τον Πρίγκιπα, για τον Πρίγκιπα, για την παντοτινή ευτυχία του Πρίγκιπα.

Τα μεσημέρια, αφού ο κληρονόμος είχε φάει, είχε περπατήσει στους διαδρόμους θαυμάζοντας τα σπάνια έργα Τέχνης και είχε εξασκηθεί στη ξιφασκία (άθλημα το οποίο λάτρευε αρκεί να μη χρειαζόταν ποτέ να κόψει αληθινό λαιμό), το Δάσος γύρω από το βασίλειο υποδεχόταν τον νεαρό μας ήρωα, ο οποίος επιτύγχανε να χαθεί ανάμεσα στα σοφά δέντρα. Άκουγε τα αγγέλματα της φύσης όπως τα έφερναν τ’ ακούσματα της, γνώριζε τον εαυτό του στο άρωμα της γης, και ο ουρανός του ορκιζόταν πως σε κάθε κλαρί, πέτρα, λίμνη που ο ήλιος βαφτίζει, υπάρχει ασύλληπτη χαρά.

Όταν οι πρώτες σκιές σκαρφάλωναν στον ουρανό, ο Πρίγκιπας ήξερε πως έπρεπε να βρει τον δρόμο του πίσω στο Παλάτι. Ο Βασιλιάς τού είχε απαγορέψει να περιπλανιέται στο Δάσος τη νύχτα και ο υπάκουος εξερευνητής είχε μάθει ν’ αποφεύγει το σούρουπο, παραμένοντας στους φωτισμένους χώρους του Παλατιού μέχρι οι πρώτες ηλιαχτίδες να ζεστάνουν ξανά τη ζωή.

Η εντολή αυτή ήταν ντυμένη με προστασία απέναντι σε οποιονδήποτε κίνδυνο θα μπορούσε να απειλήσει το μονάκριβο παιδί του πονόψυχου ηγέτη. Όπως όλοι οι κανόνες, έτσι κι ο συγκεκριμένος στηριζόταν σε έναν απλό μάθημα που είχε περάσει από πατέρα σε γιο: Το Σκοτάδι είναι κάτι επικίνδυνο, κάτι τρομερό, που μεταμορφώνει πρίγκιπες σε τελώνια, καταραμένα να βασανίζουν εαυτό και άλλους μέχρι το φεγγάρι να γίνει πάλι ήλιος.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά (απόσπασμα) - Ρέα Γαλανάκη


Ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς σκέφτηκε τότε πως, αν η ζωή του είχε κυλήσει στην τροχιά των μαχαιριών, κι αυτό αποδεικνυόταν από την αιχμαλωσία του ως χριστιανού και από τους πολέμους του ως μουσουλμάνου, άλλα μαχαίρια έπρεπε να φοβάται. Αυτά που σκίζουν μαλακά τον αυγουστιάτικο αέρα, σαν περιστέρια που κατεβαίνουνε να πιουν νερό σε στέρνα κάτω από συκιές και κυπαρίσσια. Ο θάνατος είναι το άσπρο πούπουλο, που περισσεύει από την κίνηση και πέφτει στο νερό. Είδε την στέρνα κατακόκκινη. Έφερε το χέρι στους κροτάφους, για να δει αν οι πρώτες άσπρες τρίχες δίνουν στις ρώγες των δαχτύλων διαφορετική αφή. Ήπια, κουρασμένα πούπουλα. Αν ζει η μάνα του, θα έχει κάτασπρα μαλλιά, που άλλαξαν χρώμα στο πλευρό άλλου άντρα κι άλλων παιδιών. Η φωνή της χαμήλωσε φωνάζοντας το όνομά του δυο φορές σαν να τον μάλωνε, ότι προσπάθησε να την ξεχάσει κινδυνεύοντας τη ζωή του στις μάχες. Όμως έφτασε πια στην ηλικία που όφειλε να την ξεχάσει με τον μόνο τρόπο που υπήρχε. Να παντρευτεί, σύμφωνα με τη σειρά του, και να γλυκάνει έτσι το πένθος για τον χαμό του αγαπημένου του φίλου. Αυτή θα χαιρόταν να τον ξέρει στις φροντίδες άλλων γυναικών.










Εκδόσεις Καστανιώτη

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Αστεροειδής Γλυκάνισος (απόσπασμα) - Βάλια Καραμάνου

Πράγματι, οι γιορτές τελείωσαν και το πάθος του Νίκου για την Έλενα όχι μόνο δεν μετριάστηκε , αλλά ολοένα γινόταν πιο δυνατό , αδυσώπητο. Οι συναντήσεις των δύο εραστών ήταν σχεδόν καθημερινές , αλλά σύντομες. Αυτός συνέχιζε να περνά από το δωμάτιό της , καθώς επέστρεφε από τη δουλειά του και εκείνη πάντα τον περίμενε. Τώρα τα αγκαλιάσματά τους είχαν αλλάξει : μόλις άνοιγε την πόρτα της εκείνος την άρπαζε και έμπαινε μέσα της χωρίς καν να βγάλει τα ρούχα του! Άλλωστε, μπορούσε να μείνει μόνο λίγα λεπτά κοντά της , προκειμένου να μην γίνει αντιληπτή η αργοπορία του στον πεθερό του που έμενε με τα παιδιά του έως ότου γυρίσει από τη δουλειά. Για τον ίδιο λόγο, πάντα ξέκλεβε λίγα λεπτά να φύγει γρηγορότερα από τη δουλειά του με μια δικαιολογία. Μετά, μεσολαβούσε ένα διάστημα σιγής ως το βράδυ που έβγαζε βόλτα την Ήρα και σχεδόν πάντα η Έλενα τον συναντούσε κρυφά για να περπατήσουν λίγο μαζί .

Αυτά γίνονταν τις καθημερινές . Όταν όμως ερχόταν το σαββατοκύριακο όλα άλλαζαν: ο Νίκος αποτραβιόταν στο σπίτι του και μεταξύ τους απλώνονταν σιωπή . Πόσο μισούσε τις Κυριακές η Έλενα! Πώς άντεχε ,σκεφτόταν , μετά από όσα ζούσαν να μένει ακόμα με την άλλη;

Σιγά σιγά τα ερωτήματα αυτά τη στοίχειωναν ,αλλά δεν τα ομολογούσε σε κανέναν. Ήταν πάντως συχνά νευριασμένη , απομονωμένη από τους παλιούς της φίλους , ενώ είχε χάσει λίγα κιλά και κάπνιζε μανιωδώς.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Διονύσιος Σολωμός - Τὸ ἀηδόνι καὶ τὸ γεράκι



«Ἄκουσε, γεράκι, τὸ καημένο τ᾿ ἀηδόνι. Ἡ ζωή μου εἶναι στὴν ἐξουσία σου, ὅπως καὶ τὸ πέταγμά μας αὐτὸ μέσα στὰ σύννεφα, ὅπου δὲν εἶχα φτάσει ποτέ. Ἀλλὰ ἄκουσέ με: Ἀπὸ τὶς μυστικὲς πηγὲς τῆς φύσης ἐρχόταν μιὰ ἤπια πνοὴ καὶ συναντοῦσε μιὰν ἄλλη, ἐξίσου ἤπια, μέσα στὸ στῆθος μου. Αὐτὴ ἡ πνοὴ γινόταν τραγούδι, ὅπως καὶ τὸ φύλλωμα τοῦ δέντρου ποὺ μὲ φιλοξενοῦσε, ὅπως τὰ ἄστρα ποὺ ἔλαμπαν ψηλά. Ἡ ὀμορφιὰ τῶν πραγμάτων ποὺ ἦταν γύρω μου μὲ συγκινοῦσε καὶ μεταβαλλόταν σὲ μουσική.

Εἶδα κι ἐσένα νὰ ἔρχεσαι καταπάνω μου, καὶ ὁ φόβος μου νικήθηκε ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς γρήγορης καὶ μεγαλόπρεπης πτήσης σου, ποὺ τὴ θαύμαζα σὰν δῶρο τῶν θεῶν. Ἀλλὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἀπὸ ἀπροσμέτρητο βάθος, ἑτοιμάζονταν ν᾿ ἀναβρύσουν ἀπὸ μένα τραγούδια θλίψης γιὰ ἕνα ρόδο ποὺ τὸ μάδησε ὁ ἀέρας. Τὰ ἄρχιζα, τὰ τραγούδια αὐτά, ἐγὼ πού, ὅταν ξεσποῦσε ὁ κεραυνός, ἔνιωθα νὰ μοῦ τρέμει τὸ στῆθος, καθὼς ἤμουν μαζεμένο μέσα στὸ νέο φύλλωμα. Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμὴ μόνο, ὅσο γιὰ νὰ βγάλω στὸν αἰθέρα καὶ γιὰ τὸ αὐτί σου τὸ θησαυρὸ ποὺ αἰσθάνομαι μέσα μου. Μὴ σκοτώσεις αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ γεννηθεῖ!».

Καθὼς τὸ ἀηδόνι μιλοῦσε, τὸ γεράκι χαλάρωνε τὸ ἁρπακτικὸ νύχι του, καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἔκανε φιλικὸ νεΰμα στὸ ἀηδόνι, ποὺ ὅμως τὴ στιγμὴ ἐκείνη ξεψύχησε.







Πηγή

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Απόσπασμα από την "Πρώτη νίκη" της Π. Δέλτα

 Mια μέρα είδα την πόρτα του κήπου ανοιχτή και βγήκα στο δρόμο. Eίχα χαρά μεγάλη που βρέθηκα στ' ανοιχτά. Mου φάνηκε ξαφνικά ο κόσμος όλος δικός μου. Δεν είχα μπροστά μου κάγκελα και περικοκλάδες που σταματούν το μάτι. Ήμουν ελεύθερος να πάγω όπου θέλω, να κατακτήσω καινούρια μέρη, να δω καινούρια πράγματα.
    Mόλις όμως έτρεξα λίγα βήματα, ακούω φωνές:
    ― Mάγκα! Mάγκα!
    Kαι καθώς σταμάτησα να δω τι τρέχει, με αρπάζει ο Άλης καταλαχανιασμένος από το τρέξιμο, και με φέρνει πίσω, σηκωτό, σκλαβωμένο, κι έκλεισε πάλι την καγκελόπορτα πίσω μας.
    Eίχα φούρκα τον Άλη που εξασκούσε απάνω μου τυραννική κηδεμονία. Πλήγωνε και το φιλότιμό μου.
    Kατσουφιασμένος πήγα και κάθησα στον ήλιο, εμπρός στο σπιτάκι μου, και ακούμπησα κακιωμένος το σαγόνι μου στ' απλωμένα μου πόδια.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Απόσπασμα από τον "Ζητιάνο" του Ανδρέα Καρκαβίτσα


Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἦρθεν ἀργά, λογχίζοντας τ' ἀκάρφωτα ξυλοκεράμιδα τῆς σκεπῆς καὶ τὶς ὀρθάνοιχτες ἀστρέχες καὶ τὴ σαρακοφαγωμένη χαμηλόπορτα, νὰ χυθῇ πάναγνο στὸ βρωμερὸ κατάλυμα τῶν ζητιάνων. Ὁ Τζιριτόκωστας ἔπειτ' ἀπὸ τὸ ἄφθονο φαγοπότι, ἔπεσε ξαπλωταριὰ γιγάντια ἐπάνω στὸ μαλακὸν ἀχυρόστρωμα καὶ ἀμέσως ἀποκοιμήθηκε. Τὸ σκοτάδι πυκνότατο καὶ ὑγρὸ μὲ τὴ βαρειὰ ὀσμὴ τοῦ σάπιου ἄχυρου καὶ τοῦ κατούρου τὴν ἄχνα, ποὺ πολυκαιρινὴ ἐκαθόταν ἐκεῖ, ἐρρίχθηκαν κι ἐσκέπασαν ὅλον τὸν στενόμακρον ἀχυρῶνα ἕως τοὺς νοτισμένους τοίχους καὶ τὴν ἀραχνιασμένη σκεπὴ μὲ τύφλα καὶ μυστήριον.
Ἀλλὰ τὸ φῶς χύνεται τόρα κάτασπρο στὰ μαυρειδερὰ κουρέλια τῆς φορεσιᾶς καὶ τὰ μελαχροινὰ κρέατα, ἕως τὸ πρόσωπον ἐπάνω καὶ μὲ τὸ κεφάλι τοῦ ζητιάνου, σὰν νὰ θέλῃ περίεργο νὰ ἰδῇ, ἄν ἄφισε μὲ τὸν ὕπνο τὴν ψευτιὰ ἤ τὴν κρατεῖ πολυάκριβη ἐπάνω του, ὅπως καὶ τὴ φορεσιά του. Ἀλλὰ κοιμᾶται ἥσυχος ὁ Τζιριτόκωστας μὲ τὰ σκέλια χαυδωτά, τὰ χέρια ἀνοιγμένα ζερβόδεξα, λὲς καὶ πάσχει ν' ἀγκαλιάσῃ τὸ ἄπειρο γιὰ νὰ τὸ ρίξῃ στὸ σακκοῦλι του· τὸ πρόσωπο γυρισμένο ἀπίστομα, τὸ σῶμα σύψυχα παραδομένο στοῦ ὕπνου τὴν χαλυβένια δύναμη. Τὸ δασοτριχωμένο στῆθος του γλυκανεβαίνει κανονικὰ μὲ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδιᾶς ἥσυχους, ἀχολοτάραχτους, ὅπως κάθε ἀκριβοδίκαιου ἀνθρώπου. Τὸ μέτωπό του λάμπει καθαρὸ καὶ ἀσυγνέφιαστο. Τὸ ἡλιοψημένο πρόσωπό του, ἀργυροκυκλωμένο ἀπὸ τὰ ψαρὰ μαλλόγενα, μὲ τὰ φρύδια χοντρά, καμαρωμένα, τὰ ματόφυλλα κλειστά, τὰ μουστάκια ἥμερα, καλοστριμμένα, τὰ χείλη μισανοιγμένα στὸ χαμόγελο, χύνει συμπάθεια καὶ ἁγιοσύνην ἀχτινοστεφάνωτη. Καὶ τὸ σύνολόν του, ἀπὸ τὰ πόδια ἕως τὴν κορφή, δείχνει πολύπαθον ἐξωμάχο, ποὺ μὲ τὸν ἵδρωτα καὶ τὴν τιμὴ κερδίζει τὸ ψωμί του, ἀναπαυμένον ἀπὸ βαρὺν τὸν κάματο.