Ο παππούς, αφ’ ου εφ’ικανήν ώραν ενησχολήθη με το θέαμα τούτο σιωπηλός και αφηρημένος, εστήριξε το βλέμμα επί ενός των απωτέρων κωνοειδών χωμάτων εις το βάθος του ορίζοντος και δείξας δια του δακτύλου: -Την βλέπεις, ψυχή μου, είπεν, εκείνην την τούμβα;
-Ποιαν, παππού;
- Να εκείνην την αψηλότερη από όλαις ταις άλλαις, που φαίνεται, εκεί που τελειώνει της γης το πρόσωπο.
- Την βλέπω˙ εγγίζει τον ουρανό με την κορφή της, παππού.
- Άι χακ! Είπεν ο παππούς, ευχαριστημένος εκ της απαντήσεως. Ο ουρανός ακουμβά πάνου της. Δεν ακουμβά;
- Ναι, παππού! Η γης τελειώνει αυτού πέρα και αρχίζει ο ουρανός.
- Άι χακ! ανεφώνησεν ο γέρων έτι μάλλον ευχαριστημένος. Είτα προσηλώσας επ’ εμού υπερήφανον βλέμμα. – Ως εκεί πέρα, είπε, μ’ εβάσταξε να ταξιδέψω!
Και επρόφερε τας λέξεις με ύφος τόσον εναβρυντικόν, ώστε δεν ηννόησα ευθύς εάν του παππού τού εβάσταξε να ταξιδεύση μέχρι του ουρανού, ή μέχρι της τούμβας, εφ’ ης εφαίνετο ο ουρανός στηριζόμενος.
Ο παππούς εξηκολούθησεν...