Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Ταμάρα - Γιάννης Σκαρίμπας



Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...

Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι' οι Άγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν
κι' ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν...

Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ' αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε...






Πηγή

Πρώτη φορά - Άννα Α. Θεοδωρίδου


Σαν χελιδονάκι τραγουδώ
όταν τα μάτια σου ανταμώνω.
Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό,
πρώτη και γω ματώνω.
Γίνομαι φίλη με τη σκέψη σου,
παιδάκι για την αγκαλιά σου,
σκορπώ βέβαια φιλιά μέσα
στη καρδιά σου.
Δεν ξέρω αν ξεριζώνεται η
ρίζα απ το αίσθημα αυτό,
πρώτη φορά χάνομαι σε
σκέψεις που αγαπώ.

Ὁ μειλίχιος τρόπος τοῦ Βαρβαρόσσα - Νίκος Καροῦζος


Un Poete sauvage avec un plomb dans Ι᾿ aile -TRISTAN CORBIERE


Γέροντας πιὰ καὶ πρώην καπνιστής
μοναχὸς μὲ τὰ γένια του στὸ ἄκαρπο τὸ ὕψος περπατώντας
ἀπὸ νέφη σὲ νέφη, τὸ ἀνθρώπινο, τί δρόμος,
μὲ μικρούτσικα βήματα κωμικὰ καὶ ξεβίδωτα
στὴν ἀλύπητη μουσική τους ἀκούγοντας
τὰ φτηνά του τὰ ξύλινα συρτοπάπουτσα
ὁ Βαρβαρόσσας τὸ συνήθιζε νὰ λέει: Μὲ συγχωρεῖτε,
τί νὰ κάνω, οἱ αἰσθήσεις μὲ πᾶνε στὶς αἰσθήσεις.
Ἔτσι μιλοῦσε, τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔλεγε,
γλείφοντας μὲ λεπτὴ συγκίνηση τὰ χείλη.
Μαύρη μεγάλη τρύπα τὸν τυραννοῦσε
στὸ στῆθος πού ῾χε τώρα παλιώσει
ξεχειλώνοντας οἰκτρὰ τὸ κρέας!
Ὅλοι τὸν κλαίγαν ἀμίλητοι σὰν ἥμερο κι ἀξιοδάκρυτο
δράκο παρωχημένο
σὰν ἀπὸ αἰῶνες, ἀλήθεια, ξαφνιασμένο
καὶ μ᾿ εὐλάβεια κούφια τοῦ χάριζαν οἱ ψεῦτες
ἕνα κάποιο συμβατικὸ προσκύνημα.
Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε μία φριχτὴ σοβαρότητα
δὲν ἔδινε σημασία στὸν εὐχάριστο σεβασμό τους -
ἄλλωστε ποτὲ δὲν ἐξαρτήθηκε-
μὰ ὑποφέροντας βαθιὰ τὸν ἑαυτό του
τὰ ὁράματα ποὺ χτυπιοῦνται σὰν κάποτε
τὰ φτερὰ τοῦ κόκορα πού ῾χε σφάξει τὰ κρασᾶτα
τίναζε ξάφνου κάποια στιγμὴ τὸ κεφάλι του πρὸς τ᾿ ἀπάνω
καὶ γινότανε κεῖνος ὁ παλιὸς κι ἀνελέητος τρόμος
ἀνοίγοντας τὸ στόμα του στὴν κατερήμωση
σὰν ἀποτρόπαιο τέρας τῆς χειμωνιάτικης Προϊστορίας
κι ἀποσποῦσε μ᾿ ἕνα κρὰκ τὴ μασέλα του
τὴν ἔριχνε μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι νερὸ δίχως εὐγένεια
δίχως κανένα σύμπλεγμα ποὺ τὸν ἔβλεπαν ὁλόγυρα
χτυποῦσε τὰ παλαμάκια κ᾿ ἔμπαινε σιγηλὴ κι ἀθέατη
μιὰ χανούμισσα δίκοπη στὸ βαθὺ μετάξι θροΐζοντας-
τί θλιβερὸ τὸ θέαμα ἡ γρήγορη ὑπόκλιση...-
καὶ ἔσπρωχνε κοντά του τὴν ἄσπρη καρέκλα.
Ἐκεῖνος τότε καθότανε (μὲ προσπάθεια ὁλοφάνερη)
κάνοντας ἀλλόκοτα κινήματα
καὶ στήλωνε τὰ μάτια του στὴ μασέλα.
Οἱ παριστάμενοι φεύγαν ἕνας-ἕνας με θεατρίνικους τεμενάδες
οἱ ὦρες περνοῦσαν ὁλοένα, κατὰ τὴν ἄσχημη
καὶ θλιβερὴ συνήθεια: τὴν πραγματικότητα.
Ἐκεῖνος ὅμως ἔμενε νὰ κοιτάζει βοερά τη μασέλα
Βουλιαγμένος






Πηγή

Αστέρια - adri – Αλέξανδρος Στεφόπουλος


Να μετράς τους ανθρώπους
σαν αστέρια έτοιμα να πέσουν
είπες και βούτηξες στον ουρανό

Έκανα να σ’ ακολουθήσω
μα είναι τόσο μεγάλη θάλασσα
απέραντη θάλασσα ο ουρανός

Από τότε καρφωμένος στη γη
μετράω ανθρώπους αστέρια
κάθε νύχτα κι άλλος ουρανός

Μαζεύω τις μουσικές τους
και τις κάνω λέξεις σε στίχους
έτσι σε ξαναβλέπω για μια στιγμή

Τότε πια η ψυχή μου ησυχάζει
τότε πια γαληνεύει το σώμα, όταν
γονατιστός στ’ αστέρια σου προσεύχομαι

Ξεκινώντας τη μέρα με Γιάννη Τσαρούχη...

Τα έργα τέχνης που δείχνουν μη ολοκληρωμένα, τελειώνουν μόνα τους με τον καιρό.

Καλό σαββατοκύριακο!


Παραμύθι - Ελένη Τομπέα (Word Chimes)


 Λένε το ταξίδι αξίζει και όχι ο προορισμός
μα σαν έρθει η ώρα να το κάνω
τα βήματα που θα με πηγαίνουν μπρος
θα είναι ο αέρας που ποθώ να ανασάνω
Αρχή στο όνειρο θα ζήσω
περιδιαβαίνοντας του μυαλού μου τις εικόνες
ορίζοντα και αρώματα να κρατήσω
απόθεμα τις ώρες που θα σφίγγουν σαν αγχόνες
Και τέλος θα υπάρξει όπως πάντα
σαν τα παραμύθια που ζουν αυτοί καλά
τον "θρόνο" μου θα αφήσω εκεί πίσω
μα στο κεφάλι το "στέμμα" μου ψηλά








Πηγή

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Δύο ποιήματα του Ζακ Πρεβέρ (μτφ. Ν. Σίμωνος)


Πελώριος και Κόκκινος

Πελώριος και κόκκινος
Πάνω από το Γκραν Παλαί
Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται
Κι εξαφανίζεται
Σαν κι αυτόν η καρδιά μου θα εξαφανιστεί
Και όλο μου το αίμα θα φύγει
Θα φύγει να σε ψάξει
Αγάπη μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί όπου βρίσκεσαι.

(Ζακ Πρεβέρ, Πελώριος και Κόκκινος -μτφρ. Νικολέττα Σίμωνος)



Η Ανάμνηση του Έρωτα

Η ανάμνηση του έρωτα δεν είναι μια καρδιά
στην άκρη μιας αλυσίδας, ούτε γραμμένο όνομα
πάνω σ’ ένα γουρουνάκι από μελόψωμο στο πανηγύρι,
μήτ’ένα πυροτέχνημα που σκάει στων χεριών το κράτημα·
τέλος,δεν είναι αυτό που είναι χαραγμένο
στη μνήμη μου, είναι αυτό που είναι αόρατα χαραγμένο
πάνω σ’ ολάκερο το σώμα μου,
το σώμα μου το χορτασμένο από αγάπη, χάδι, θαυμασμό.
(Ζακ Πρεβέρ, Η Ανάμνηση του Έρωτα -μτφρ. Νικολέττα Σίμωνος)

Μερικές ρήσεις...


Το πτυχίο - Γιώργος Βελλιανίτης


                                               136. ΤΟ  ΠΤΥΧΙΟ

                                            Το  παιδί  πήρε  πτυχίο.
                                            Σαν  να κέρδισε  λαχείο.
                                           ΄Ολοι  οι  δρόμοι  είναι δικοί  του
                                            να  προκόψει  στη  ζωή  του.

                                           ΄Ομως  έχασε  το τραίνο.
                                            Οι  δουλειές  πατήσαν  φρένο.
                                           ΄Ηρθαν  όλα  άνω  κάτω.
                                           ΄Ετσι,  βρέθηκε  στον  πάτο.

                                            Το  πτυχίο  δεν  είναι  ένα.
                                            Το  ένα  ίσον  κανένα.
                                            Τα νιάτα  του  έχει  φάει.
                                            Mα  δεν  ξέρει πού  να  πάει.

                                            Ανθούν  οι  απατεώνες.
                                            Φάνηκαν  άλλοι  αγώνες.
                                            Τώρα  πλέον  το  ψωμάκι
                                            βγαίνει  με  πολύ  φαρμάκι.

                                            Δουλειά  γι  αυτόν  δεν  υπάρχει.
                                            Πρέπει  νάβρει  ό,τι  λάχει.
                                            Θα  κάνει  πιά  το  χαμάλη
                                            να  πληρώνει  το  μπακάλη.

                                           ΄Ετσι  ο  καιρός  περνάει.
                                            Η  ζωή  τον  προσπερνάει.
                                            Τον  κτυπά  μ’  ένα  μαχαίρι
                                            με  το  πτυχίο  στο  χέρι.

                                            Αφού  βλέπει  στο  πεδίο
                                            δεν  μπορούν  να ζήσουν  δύο
                                            δυσκολεύεται  για  γάμο.
                                            Οι  ελπίδες  πέφτουν  χάμω.

                                            Παίρνει  λοιπόν  το  πτυχίο
                                            το  άχρηστο  πιά  λαχείο,
                                            το  βάζει  σε  μια  κορνίζα
                                            που  θυμίζει  Μόνα  Λίζα.

                                            Αρχίζουνε  τα  στραπάτσα.
                                            ξεκινάει  για  την  πιάτσα.
                                            Δύο  φράγκα  μήπως βγάλει.
                                            Τα   πτυχία  του  χαλάλι.

                                            Κάποια  στιγμή  θα  ξεφύγει.
                                            Απ’  την  Ελλάδα  θα  φύγει.
                                           ΄Ολοι  εδώ  σε  κυνηγάνε.
                                            Προσπαθούνε  να  σε  φάνε.

                                            Γι  αυτό  ο  λαός  μας  λέει:
                                 Η  ΕΛΛΑΔΑ  ΤΡΩΕΙ ΤΑ  ΠΑΙΔΙΑ  ΤΗΣ.
         ΕΙΣΑΓΟΥΜΕ  ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ  ΚΑΙ  ΕΞΑΓΟΥΜΕ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ.

                            Πειραιάς  Ιούνιος 2010  Γεώργιος  Βελλιανίτης

Ντίνος Χριστιανόπουλος - Τέλος


Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.







Πηγή