Ο κάδος έπαιρνε φωτιά στα άχρηστα σκουπίδια
βαρέθηκαν τα χέρια του στα ίδια και τα ίδια
ξεσκάλιζε τα περιττά καλών και αγαπημένων
με τον πιστό του βοηθό τον σκύλο Αγαμέμνων
Ήτανε νύχτα βροχερή στης αποβάθρας τη γωνιά
κρατούσε δίχτυ με ψωμί της αποβάθρας παγωνιά
ο βασιλεύς των σκουπιδιών, ο Αγαμέμνονας μαζί
πήραν κατόπι παγωνιά και την συνόδεψαν πεζή
Έφθασαν πόρτα μυστική θαμπό το φως μοναχικό
δωματιάκι μια σταλιά κρατούσε χρόνια μυστικό
η εποχή των δισταγμών σε τραγωδία των λυγμών
είχε τις έγνοιες χιονιού και ιστορίες των λυγμών
Ήτο καλός ο βασιλεύς των περιττών ο γητευτής
μέσα σε κάδους έψαχνε κρέατα και ιχθείς
έχει σκουπίδια άπειρα μια πόλη στο πετσί της
παρά ο σκουπιδότοπος που γλύφει το κορμί της
Είχε μεθύσει ο βασιλεύς, ο Αγαμέμνονας κοντά
πήρε με χνότα το ποτό για να κουνήσει την ουρά
είχε το όνειρο ποτό λίγα αστέρια ουρανό
ο Αγαμέμνων βασιλιά πάνω σε όνειρα βουνό.
80. 13-11-1998 ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΩΝ/ΝΙΔΗΣ