Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Το ροζ τριαντάφυλλο - Πιπέρου Σοφία


ΤΟ ΡΟΖ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

 

Το ροζ τριαντάφυλλο μες στο γυαλί μαράθηκε

Κλεισμένο στο μικρό ωκεανό που έπινε

Το άνθος του έγειρε κάτω

Τόσο που τα φύλλα του αγγίζει σχεδόν

 

Λυπημένο πως μοιάζει σα σκυμμένος άνθρωπος

Που περπατά σε τόπο αφρισμένο και παραθαλάσσιο

Το λαιμό του στα ψάρια ατόφιο τον διαθέτει

Σε τούτο τον ωκεανό που το φυλάκισε

 

Τα φύλλα αρχίζουν

Το χρώμα να παίρνουν της σκουριάς

Πως μοιάζουν με σπιτάκια ερημωμένα

Που χρόνια έχουν να ανοίξουν

Το τριαντάφυλλο παίρνει και αυτό το δρόμο του τέλους

Σε μη ελεύθερο έδαφος!

 

 

Καθρέφτης - Β.Α.


ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 

 

Όλα αξίζουν την αυγή ο ήλιος το λουλούδι

Κι η ελπιδοφόρα άλλης ζωής καθρέφτη ομορφιά

Που όσο πιο κολάσιμη και μαύρο το <<αγγελούδι>>

Τόσο γεμίζει  <<<<του έρωτα>>>> τα άδεια τα πουγκιά

 

Κι είναι πολλοί τα πρωινά της πονηρίας οι ήλιοι

Που ανατέλλουνε μαζί μ ’αληθινό φωσφόρο

Κι όπου κρατούν της πονηριάς  την ιερή τη σμίλη

Άγαλμα για να στήσουνε στον πρώτο αχθοφόρο

 

Η στο γραφείο η όπου δη καιρός το επιτρέπει

Ρίχνουν σαγήνη κατά πως  ιστό πλέκει η αράχνη

Και περιμένουν  το έντομο στη λίμπιντο που ρέπει

Ρίχνοντας στο χαμόγελο  ζάχαρη πάνω άχνη.

 

Για να πουλήσουνε φτηνή καιρών φτηνών αγάπη

Για να χουνε το διάφορο της σκοτεινής αξίας

Δακρύβρεχτα τα έραστα πετάνε σε μια άκρη

Κρατώντας άθλα κι έπαθλα πόνηρο υπεραξίας

 

                                                              Β.Α.

Ξεκινώντας τη μέρα με Πίνδαρο...

Χρόνος ο πάντων πρόγονος.

Καλό μήνα!


Καληνύχτα με Μάνο Χατζιδάκι...



Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Έτσι πολύ ατένισα - Κ.Π. Καβάφης


Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου .... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα ....






Πηγή

Ένας αλχημιστής - Παύλος Νιρβάνας

Ἕνας φτωχὸς διάβολος ἐνεφανίσθη μίαν ἡμέραν εἰς κἄποιο γραφεῖον κομίζων ὅλα τὰ ρίγη τοῦ χειμῶνος. Ἕνα κουρελιασμένο πουκάμισο ἐξετέλει ἐπὶ τῆς θλιβερᾶς του ὑπάρξεως καθήκοντα γελέκου, σακκακιοῦ καὶ παλτοῦ ταὐτοχρόνως.
− Δὲ ζητάω ἐλεημοσύνη, κύριοι. Κανένα παληὸ παλτὸ ἂν ἔχετε νὰ μὲ οἰκονομήσετε − εἶπε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ γραφείου − θὰ κάνετε μεγάλο μυστήριο. Βγῆκα ἀπ' τὸ νοσοκομεῖο, δὲν μπορῶ νὰ ἐργασθῶ καὶ θὰ ξαναπουντιάσω ἀπ' τὸ κρῦο.
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ γραφείου, στοὺς ὁποίους εἶχαν μεταδοθῇ τὰ ρίγη τοῦ φτωχοῦ διαβόλου, ἐκυττάχθηκαν, μὲ συγκίνησιν, ἀναζητοῦντες μίαν λύσιν τοῦ τραγικοῦ προβλήματος. Ἐπὶ τέλους, κἄποιος ἀπ' αὐτοὺς πρόεβη εἰς τὴν φιλάνθρωπον χειρονομίαν....
− Πέρασε τὸ μεσημέρι ἀπὸ τὸ σπίτι − εἶπε στὸν τουρτουρίζοντα ἀλήτην, δίνοντάς του τὴν ὁδὸν καὶ τὸν ἀριθμὸν − νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ ἕνα παλτό. Δὲν τώχω γιὰ πέταμα ἀκόμα, ἀλλὰ σὲ λυπᾶμαι, κακομοίρη.
Ὁ φτωχὸς διάβολος ὑπεδέχθη τὴν χειρονομίαν μὲ εὐχὰς καὶ εὐλογίας καὶ οἱ συνάδελφοι τοῦ δωρητοῦ δὲν εὕρισκαν λέξεις νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν ἐπιδοκιμασίαν των.
− Αὐτὸ εἶνε ψυχικό! Ἔσωσες ἕναν ἄνθρωπον…


Ἂς ἀκούσωμεν τώρα τὴν συνέχειαν ἀπὸ τὸν εὐγενῆ φιλάνθρωπον.
− Λοιπόν, κύριοι, προχθὲς μ' ἐκεῖνο τὸ τρομερὸ κρῦο, εἶδα αὐτὸν τὸν κατεργάρη, στὸν ὁποῖον εἶχα χαρίσει ἕνα παλτό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ ὑπηρετήσῃ ἀξιόλογα μερικοὺς μῆνας ἀκόμα, τὸν εἶδα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μιὰ ταβέρνα…
− Τὶ σημαίνει; τοῦ εἴπαμε. Ἐπειδὴ τοῦ χάρισες ἕνα παλτό, εἶχες τὴν ἀξίωσιν νὰ παραιτηθῇ κάθε ἄλλης παρηγορίας εἰς τὸν κόσμον αὐτόν;
− Δὲν εἶχα τὴν ἀξίωσιν αὐτήν… μᾶς ἐξήγησεν. Ἀλλὰ τὸν εἶδα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὴν ταβέρνα, χωρὶς παλτό. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
− Καὶ τί ἔγινε τὸ παλτό;
− Μετεμορφώθη εἰς κρασί. Ἁπλούστατα ὁ φοβερὸς αὐτὸς ἀλχημιστὴς εἶχε τὴν τέχνην νὰ μετουσιώνῃ τὰ παλτὰ εἰς κρασί. Διότι, ὅπως ἔμαθα ἀργότερα, τρεῖς ἄλλοι φιλάνθρωποι τὸν εἶχαν ἐφοδιάσῃ τὴς ἡμέρες ἐκείνες μὲ παλτά. Καὶ ποιὸς ξέρει πόσοι ἄλλοι ἀκόμα.
− Καὶ μετουσιώθησαν ὅλα εἰς κρασί;
− Ὅλα! Μὲ τὴν συνεργασίαν, ἐννοεῖται, τῶν παλιατζήδων. Φυσικά, ὅταν τὸν εἶδα νὰ τουρτουρίζῃ πάλι, δὲν μπόρεσα νὰ κρατηθῶ. Τὸν ἐκάλεσα καὶ τοῦ ἔδωκα νὰ καταλάβῃ ὅτι εἶνε ἕνας παλῃάνθρωπος, ἀνάξιος νὰ τὸν λυπηθῇ κανείς. «Τί τὤκανες τὸ παλτό;» τὸν ἠρώτησα μὲ μόλις συγκρατουμένην ἀγανάκτησιν. Καὶ τὶ νομίζετε πῶς μοῦ ἀπήντησε; −«Τὸ φοράω…». «Δὲ ντρέπεσαι νὰ λὲς ἀκόμα, πῶς τὸ φορᾶς;» τοῦ λέω. Καὶ τὶ μοῦ λέει; − «Τὸ φοράω ἀπὸ μέσα. Ἄλλοι, βλέπετε, φοροῦν τὸ παλτό τους ἀπόξω καὶ ἄλλοι ἀπὸ μέσα. Ὁ σκοπὸς εἶνε νὰ ζεσταθῇ κανείς…». Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ ἀπάντησίς του;
− Πολὺ λογικὴ καὶ πολὺ εἰλικρινὴς …, τοῦ εἴπαμε. Ἔτσι ἢ ἀλλιῶς τὸ παλτό σου ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του. Θὰ ἦτο ἀσυγχώρητος ὁ φτωχὸς αὐτὸς διάβολος, ἂν ἀντὶ νὰ μετουσιώνῃ τὰ παλτὰ τῶν φιλανθρώπων εἰς οἶνον τὰ μετουσίωνεν εἰς ὕδωρ.





Πηγή

Μνήμης Ενθύμιον - Δήμητρα Σαντά


Απαύγασμα μιας άλλης περιπλάνησης ήταν το χθες..
Νεφέλωμα πολύχρωμων εικόνων,
μες του μυαλού τα απόκρυφα συρτάρια
Εικόνα πρώτη
Το θέρος....
Το θέρος που έφτανε ασθμαίνοντας
με αφέλεια μικρού παιδιού,
ως άλλος άγγελος πυρφόρος τις καρδιές μας να κάψει
Η φλόγα μεσοπέλαγα στα λάθη μας τρεμόπαιζε,
ο ήλιος τις σκιες φοβέριζε,
το φως γλυκοφιλούσε
Εικόνα δεύτερη
Χειμώνας
Τα κρύα απογεύματα που 'φεύγαν
με των ματιων μας το πετάρισμα
και κάπως έτσι πάγωνε κάποιες στιγμές ο χρόνος...
Εικόνα τρίτη
Η εποχή που καλοκαίρια αντάμα με χειμώνες
ένα γινόντουσαν και ντύναν τα μερόνυχτα,
κεντούσανε τα βράδια με καρδιοχτύπια και όνειρα ,
γραμμένα μέσα στων ματιών την άρρητη άβυσσο

Ελληνικός... - Σωκράτους Δαιμόνιο (Δημήτρης Μούχας)

 
Δεν είναι κατάσταση τούτη
με τις σκέψεις από άγνοια στη χώρα σου να ασελγείς
Τίποτα καλό να μην της βρίσκεις να παίζεις το παιχνίδι τους
και μετά να έχεις άποψη και λύσεις να προτείνεις...
Τα χάλια τους έχουν παντού και χειρότερα μη σου πω
κι εσύ παλεύεις άχρηστους να μας βγάλεις.
Πού πήγε η ευγνωμοσύνη σου γι αυτά τα δώρα που 'χεις
όλα δεδομένα τα θεωρείς και ψάχνεις τα καλύτερα
όμως ξέχασες τόσα χρόνια πως κοιμόσουν...
Δεν έχει θάνατο η Ελλάς δεν είναι το γραφτό της
γεννιέται από το χώμα της μέσα από κάθε Iερό της...
Επέστρεψε στις ρίζες σου, στο Ελληνικό το Πνεύμα
και ξέχνα τα παρασάγκαλα απ' έξω που 'χουν έρθει,
σε βάφτισαν Ινδό, σου 'παν μετά για τον Χριστό
κ' εσύ τα απαρνήθηκες όλα, και τώρα ούτε
τη σκέψη σου δεν μπορείς να ορθώσεις...

Ξεκινώντας τη μέρα με Paul Valery...

Πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν.

Καλημέρα!