Φέρνω τα μάτια σου
στο φως και το σκοτάδι φεύγει
έμεινε πόνος ορφανός
μια κούραση μεγάλη
χάνω τις ώρες σαν πονώ, αυτόν που με κλαδεύει
μου κόβει φύλλα της ψυχής στο κίτρινο δοσμένα
το φως δεν ήτανε χολής
ούτε ρυτίδες ψέμα
έδειχναν πτεροδάκτυλο τον χρόνο στο τιμόνι
έμοιαζε στο παράξενο το φως απορημένος
χωρίς το σχήμα να ζητά μέσα του να τον βάλει
μύριζε θειάφι του φθαρτού ρυτιδοτσικνομένο, μύριζε
χρόνους της αυγής
μοίραζε υποσχέσεις
είχε και στο τσουβάλι του στιγμές που σε τρυπούσαν
κραυγές των λύκων εποχής
έμεινε πόνος ορφανός
μια κούραση μεγάλη
χάνω τις ώρες σαν πονώ, αυτόν που με κλαδεύει
μου κόβει φύλλα της ψυχής στο κίτρινο δοσμένα
το φως δεν ήτανε χολής
ούτε ρυτίδες ψέμα
έδειχναν πτεροδάκτυλο τον χρόνο στο τιμόνι
έμοιαζε στο παράξενο το φως απορημένος
χωρίς το σχήμα να ζητά μέσα του να τον βάλει
μύριζε θειάφι του φθαρτού ρυτιδοτσικνομένο, μύριζε
χρόνους της αυγής
μοίραζε υποσχέσεις
είχε και στο τσουβάλι του στιγμές που σε τρυπούσαν
κραυγές των λύκων εποχής




