Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Το σκάφανδρο και η πεταλούδα (ένα άρθρο της Ιωάννας Γκανέτσα)


Ήταν ένα από εκείνα τα γλυκά καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα και το ποτήρι με το παγωμένο λευκό κρασί ήταν ήδη μισοάδειο. Μόλις είχα περάσει μια πολύ δύσκολη και κουραστική μέρα ανάμεσα σε παιδί, θάλασσα και μαγείρεμα. Ήταν από εκείνες τις φορές που δυσανασχετούσα, ακόμη και στις ολιγοήμερες διακοπές, με την κατάσταση και είχα νεύρα (κλασική περίπτωση γυναίκας θα πείτε κάποιοι). Όπως ξάπλωσα στον καναπέ, γύρισα το βλέμμα μου στην αγαπημένη μου βιβλιοθήκη και πήρε το μάτι μου το βιβλίο που μου είχε κάνει δώρο ο φίλος μου Κώστας, γνωστός βιβλιοφάγος, για τα γενέθλια μου. Ήταν “το σκάφανδρο και η πεταλούδα” του Ζαν-Ντομινικ Μπομπί.

Ο Μπομπί ήταν ένας επιτυχημένος δημοσιογράφος και συγγραφέας, είχε μια ευτυχισμένη οικογένεια και λεφτά. Ήταν πολύ τυχερός θα έλεγαν κάποιοι. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος στα 42 του χρόνια, έπαθε γενική παράλυση. Ήταν σε κώμα για ένα μήνα κι όταν συνήλθε δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εκτός από το να κουνά το αριστερό του βλέφαρο! Το μυαλό του, τα θέλω του, οι επιθυμίες του, τα όνειρα του, είχαν φυλακιστεί σ' ένα χαλασμένο κορμί. Ήταν τόση η θέληση του να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο, να δείξει ότι είναι εκεί, ακόμη ζωντανός, ότι θέλει τα απλά καθημερινά πράγματα που γεμίζουν την ζωή μας που κατάφερε με ένα άνοιγμα-κλείσιμο του βλεφάρου και αμέτρητη υπομονή τόσο από τον ίδιο όσο και από την κοπέλα που τον βοηθούσε δείχνοντας του ένα ένα τα γράμματα της αλφαβήτου μέχρι να σταματήσει με ένα βλεφάρισμα στο σωστό, να γράψει αυτό το βιβλίο με τις σκέψεις του και τα συναισθήματα του... θεέ μου, πόση υπομονή! Και πόση θέληση!
Δεν θέλω να σταθώ στο πόσοι άνθρωποι περνούν Γολγοθά καθημερινά παλεύοντας με αρρώστιες θεριά, ούτε στο πόσο υποφέρουν κι αυτοί και οι οικογένειες τους. Μόνο όποιος το περνά ξέρει, όλοι οι άλλοι απλώς το φανταζόμαστε. Θέλω όπως να μιλήσω γι' αυτό το τεράστιο απόθεμα υπομονής και θέλησης για ζωή που άνθρωποι σαν τον Μπομπί βρήκαν, για να αντιμετωπίσουν την κατάστασή τους στο βαθμό που τους αναλογούσε, γιατί δεν είναι πάντα όλα στο χέρι μας.
Δεν μπορώ παρά μόνο να υποκλιθώ σε αυτούς τους ανθρώπους που η μοίρα τους έπαιξε άσχημα παιχνίδια. Δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα από το να πέσεις και να πρέπει να σηκωθείς ξανά και ξανά ξέροντας ότι θα ξαναπέσεις. Πόση δύναμη ψυχής άραγε για να ζητήσεις πίσω αυτά που τόσο βίαια σου πήρανε; Πόσο σημαντικές είναι τελικά οι σημαντικές καθημερινές στιγμές για να λαχταράς τόσο πολύ να τις ξανανιώσεις;
Φαντάσου μια μέρα να σου έλεγαν ότι δεν θα μπορέσεις να αγκαλιάσεις ξανά τα παιδιά σου, δεν θα ξαναφιλήσεις τον σύντροφο σου, δεν θα ξαναπιείς τον αγαπημένο σου καφέ, δεν θα ξαναφάς πίτσα και θα πιεις μπύρα ενώ βλέπεις μια ταινία με φίλους, δεν θα ξαναδείς αγώνα της αγαπημένης σου ομάδας, δεν θα ξανακαλημερίσεις τον γείτονά σου, δεν θα ξαναχορέψεις και τόσα άλλα που παίρνουμε σαν δεδομένα μέχρι φυσικά να τα χάσουμε!
Πολλές φορές βουτηγμένοι στο άγχος της καθημερινότητας, πολύ δε περισσότερο τα τελευταία χρόνια που η επιβίωση είναι για πάρα πολλούς αμφίβολη και όλοι παλεύουμε για να τα βγάλουμε πέρα, τα βάζουμε με την άδικη μοίρα που έφερε στο δρόμο μας την κρίση και ξεχνάμε ότι η ευτυχία βρίσκεται σε απλές απολαύσεις. Παίρνουμε τόσο δεδομένα όλα αυτά τα δώρα που απλόχερα μας δίνονται καθημερινά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα... που δεν μας περνά από το μυαλό : Αν τα χάναμε; Τότε τι; Πόση αξία έχουν όλα τα αλλά μετά;
Ο Μπομπί σ΄ εκείνο το νοσοκομείο, σ΄ εκείνο το κρεβάτι που βρισκόταν καθηλωμένος βλέποντας την ζωή να περνά μπροστά από τα μάτια του, θεατής στο ίδιο του το έργο, ένιωθε πώς βρισκόταν κλεισμένος σ΄ ένα σκάφανδρο, από εκείνα τα βαριά, τα ατσάλινα, τα αποπνικτικά. Κι εκεί μέσα, στο σκοτεινό βυθό του ,με την καρδιά παγωμένη και τον φόβο του σκληρού αύριο βρήκε το κουράγιο να δει μια πεταλούδα, την πεταλούδα του μυαλού του, που ήταν εκεί, υγιής, γεμάτη μνήμες, γεμάτη θέληση να πετάξει, να βγει στην επιφάνεια και να φωνάξει: Είμαι εδώ!!! Και την έστειλε! Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ικανοί για τόσα πολλά αρκεί να μην μας καταβάλλει η αδύναμη πλευρά μας!
Ήπια την τελευταία γουλιά κρασί και κοίταξα τον ήλιο που βουτούσε κατακόκκινος στον Θερμαϊκό. Είχε αρχίσει να σβήνει. Αναστέναξα για να φύγει ο κόμπος από το στομάχι μου. Σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιο της κόρης μου και την φίλησα γλυκά στο μάγουλο ενώ ανακατεύοταν ψάχνοντας να βρει το σεντονάκι της. Κατά βάθος παρακαλούσα να ξυπνήσει για να την σφίξω στην αγκαλιά μου. Ύστερα ξάπλωσα δίπλα στον άντρα μου και ψαχούλεψα με το χέρι μου το μέρος της καρδιάς. Άκουσα τον χτύπο της. Έβαλα το κεφάλι μου δίπλα στο δικό του και άφησα την ανάσα του να με νανουρίσει ελπίζοντας πως θα μπορώ να χαίρομαι αυτές τις δικές μου πεταλούδες κάθε βράδυ για πολλά, πολλά χρόνια... όλα τα άλλα θα έρθουν!




Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tο ιστολόγιο μας μπορεί να καθυστερεί να ανοίξει όμως ανοίγει. Αυτό θα διαρκέσει για πολύ λίγο ακόμα.
Σας παρακαλούμε τα σχόλια να γίνονται στα Ελληνικά και όχι στα γκριγκλις. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τα ορθογραφικά λάθη. Επίσης καλό θα ήταν τα σχόλια σας να είναι ανάλογα με το επίπεδο και την θεματολογία του ιστολογίου μας. Γενικότερα δεν λογοκρίνουμε κανένα σχόλιο όμως η θέση μας να είναι τα σχόλια εντός του επιπέδου του blog μας είναι απόλυτη.
Ευχαριστούμε πολύ.