Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Τα πολλά λεφτά - Μαρούλλα Πανάγου


-Μαμά η κάρτα μου τελείωσε. Πρέπει να αγοράσω άλλη, είπε η δεκαπεντάχρονη Στέϊσυ σαν απόφαγαν κείνο το βράδυ.
Ηταν μελαχρινή σαν γλυκιά σοκολάτα,με δυο μάτια που χαμογελούσαν συνέχεια, ενώ τώρα απαιτούσαν.
Η τριανταπεντάχρονη μητέρα με σφιγμένα χαρακτηριστικά ,συνέχισε να πλένει τα πιάτα, λες και δεν την άκουσε,ενώ ο πατέρας την μισοκοίταξε πίσω από την εφημερίδα του. Προτίμησε να μην πει όμως κουβέντα σαν η συμβία του ήταν και πάλι στις μαύρες της.
Ολα να της φταίνε και δεν μπορούσε να την καταλάβει πολλές φορές. Είχαν το δικό τους σπίτι έστω μικρό και γενικά περνούσαν καλά .Μέτρια μεν , πλούσια όχι ,αλλά πολύς κόσμος ήταν χειρότερα από λόγου τους και δεν παραπονιόταν . Εκείνη της έφταιγαν και τα ρούχα της. Πιο πολύ από μεγαλομανία και να έχει δέκα πιστωτικές κάρτες. Ντυμένη στη τελευταία λέξη της μόδας και στο τέλος του μηνός μέχρι να τις πληρώσει όλες ,πάει ο μισθός της κι έπεφταν τότε όλα τα έξοδα σε κείνον έτσι πως να οικονομήσουν για κάτι καλύτερο. Ευτυχώς που δεν ήθελε και υπηρέτρια ,σαν συχαινόταν και δεν ήθελε να της καθαρίζουν ,αφού καμιά δεν ήταν αρκετά καθαρή κατά την γνώμη της. Γλίτωναν λοιπόν ένα έξοδο κι έκανε μόνη της τις δουλειές αλλά πάντα με νεύρα . Προπαντός όταν τα παιδιά ξεχνούσαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους (χωρίς βέβαια ποτέ να ξεχνούν να ζητάνε λεφτά. Οπως τώρα καλή ώρα με τις εξωφρενικές απαιτήσεις της Στέϊσυς που από τον καιρό που της έδωσαν το κινητό για τα γενέθλιά της, όλη την ώρα να το κρατάει στο χέρι για ες-εμ-ες και πεταμένα λεφτά για λόγια του αέρα . Κι η κατάσταση πήγαινε στο χειρότερο όταν πριν από λίγο καιρό είχε γνωρίσει εκείνον τον αλήτη και τότε ήταν που έχασαν τελείως τον έλεγχο μαζί της . Πραγματικά δεν καταλάβαινε πως από την μιά στιγμή στην άλλη το γλυκό κοριτσάκι του είχε γίνει ένα ανυπόφορο πλάσμα κι αν έλεγε “όχι “ο πατέρας τότε έτρεχε στην μάνα της, που της έκανε τα χατίρια και μάταιος κόπος όσο και να προσπαθούσε εκείνος να κρατήσει ισορροπία .Πώς να τα βγάλει πέρα με δυό διαβολοθήλυκα στην οικογένεια .Προπαντός η συμβία του που μια καλή κουβέντα δεν έλεγε πιά κι όλο δηλητήριο έσταζε η γλώσσα της κάνοντάς τον πολλές φορές ν' αναρωτιέται τι της βρήκε τότε και την παντρεύτηκε
-Μαμά δεν ακούς σου είπα τέλειωσε η κάρτα μου διέκοψε τις σκέψεις του πάλι η απαιτητική φωνή της κόρης του ,μα η μάνα συνέχισε να σκουπίζει τα πιάτα λες και δεν έτρεχε τίποτα.
-Θα μου δώσεις λεφτά ;Ρώτησε τώρα θυμωμένη κι η μάνα ξεσπάθωσε βάζοντας με θόρυβο τα ποτήρια στο ντουλάπι πάνω από το νεροχύτη.
-Εχθές σου είχα δώσει λεφτά .Τι νομίζεις ότι έχω ένα δένδρο και τα κόβω από 'κει;
-Ναι! Μα μόνο δέκα ραντς .Μια φορά να τηλεφωνήσεις και τελειώνουν είπε περιφρονητικά , κι ο πατέρας της άρχισε να κοχλάζει από οργή. Του λόγου του ποτέ δεν είχε χαρτζιλίκι όταν ήταν μικρός .Καλά -καλά δεν είχαν ψωμί να φάνε τότε με την εκμετάλλευση των λευκών και δούλευαν όλοι για πενταροδεκάρες . Όταν όμως τους έλεγε τα πόσα περάσαν , τα παιδιά νόμιζαν τους έλεγε παραμύθια. Αλλά τι να πείς που η μάνα τους τα χαλούσε κι όταν τολμούσε να βγάλει κουβέντα του έλεγε να τ 'αφήσει ήσυχα . Δεν θα στερούμε τα παιδιά επειδή δεν είχαμε εμείς τότε ,τον αποστόμωνε . Οι καιροί άλλαξαν κατάλαβέ το .Έτσι τώρα το χαιρόταν λίγο κι έλπιζε να γινόταν μάθημα στην κυρά του ότι η πολλή ελευθερία για τα παιδιά καλό δεν τους έκανε .Αν και λίγο αργά για να συμμαζευτεί η κόρη του τώρα πιά. Έτσι κρύφτηκε και πάλι πίσω από την εφημερίδα κι η διαμάχη συνεχιζόταν
- Βέβαια ! Για σένα λίγα είναι,μα δεν κάνεις και κάτι για να τα κερδίσεις,είπε τώρα η μητέρα βάζοντας τα μαχαιροπίρουνα στην θήκη τους.
'Έστρωσα το κρεβάτι μου κι έβγαλα και τα σκουπίδια,τι άλλο να κάνω; επέμενε η μικρή .
Μπορούσες να με βοηθήσεις τώρα με τα πιάτα η και να μαγειρέψεις το απόγευμα.. Να ρθω και εγώ απ'την δουλειά να ξεκουραστώ,όχι να σκοτώνομαι να τα προλάβω,είπε η μαμά ενώ σκούπιζε τα χέρια της και βαριά κάθισε στην καρέκλα.
-Κανένας δεν μου 'πε να το κάνω, κι εξάλλου ο Ανθονυ τίποτα δεν βοηθά. Γιατί πρέπει να τα κάνω όλα εγώ; Θα μου δώσεις λεφτά; ρώτησε πάλι αλλάζοντας κουβέντα και τότε ο πατέρας διπλώνοντας την εφημερίδα του είδε ότι ήταν η ώρα να επέμβει .
-Δεν είπαμε μόνο είκοσι ραντς την βδομάδα; Όμως που να σε φθάσουν που δεν κάνεις τίποτ'άλλο παρά στο αυτί σου,ς.μ.ς και μίξιτ.
-Μα μπαμπά, όλες οι φίλες μου έχουν πάνω από εκατό ράντς κι έχουν και υπηρεσία για τις δουλειές, εγώ γιατί μόνο είκοσι ; διαμαρτυρήθηκε κτυπώντας πεισματικά το πόδι της κάτω.
-Εκείνοι μπορεί να έχουν πιο πολλά κι εμείς όχι,είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση μα η Στέϊσυ πάλι δεν σώπασε.
-Γιατί δεν βρίσκεις κι εσύ μιά πιο καλοπληρωμένη δουλειά,να' χουμε κι εμείς λίγη πολυτέλεια; ρώτησε σαρκαστικά τινάζοντας τα τσουλούφια της και συνέχισε. 'Έτσι θα μπορώ να μιλώ πιο πολύ με τον ... Με τις φίλες μου θέλω να πω. Δαγκώθηκε για το λάθος κι ο πατέρας της θύμωσε για τα καλά.
-Δόξα σι ο Θεός, ποτέ δεν μείνατε νηστικοί ούτε και χωρίς ρούχα. Μα αντί για ευχαριστώ γίνεσαι αυθάδης. Πρόσεξε όμως,την φοβέρισε κουνώντας το δάκτυλό του. Αν δεν σταματήσεις όχι μόνο κάρτα δεν θα´χεις ,αλλά ούτε και κινητό. Κι όσο για τον ... είπαμε να πάψεις να τον βλέπεις. Είναι αλήτης.
-Τον αγαπώ και δεν είναι αλήτης και θα τον βλέπω όσο θέλω, φώναξε κι έτρεξε να κλειδωθεί στο δωμάτιό της,κτυπώντας δυνατά την πόρτα.
-Να τα μας ! Τον αγαπά! Που ακόμα δεν βγήκε από τ' αυγό. Πότε πρόλαβε; αναρωτήθηκε ο πατέρας. Ευτυχώς που ο 'Ανθονυ δεν ήταν έτσι. Ηταν καλός στα μαθήματά του και δεν τους έδινε κανένα πρόβλημα ,ακόμα Τι θα γινόταν όταν και κείνος μεγάλωνε ; Όμως από μικρός ήταν αλοιώς χαρακτήρας και το πιό σημαντικό για κείνον ήταν το σχολείο του και τα σπόρτς . Πέρσι είχε έρθει πρώτος στο τρέξιμο και ήταν μέσα στην ομάδα του κρίκετ που δεν ανησυχούσε πολύ για τον γιό του.
Η Στέϊσυ ήταν το πρόβλημα ,πάντα ξεροκέφαλη ,πολυέξοδη ,δεν άκουγε κι άρχισε να μην τον σέβεται κιόλας.
-Ίδια η μάνα της,σκέφθηκε τώρα με απογοήτευση ,σαν θυμήθηκε όλες τις ταπεινώσεις και τους καβγάδες απ' το έτερο του ήμισυ.
Τώρα όμως ,έπρεπε να ενωθούν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση που δεν σήκωνε άλλη αναβολή.
-Τι να κάνουμε μαζί της γυναίκα; Αντιμιλά,όλο ζητά και δεν καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχουν λεφτά για πέταμα. Μα αυτό που δεν μου αρέσει είναι τούτος ο αλήτης που έχει μπλέξει .
-Τι έχει που δεν σ' αρέσει ; Τον αποπήρε απότομα ,ενώ δίπλωνε τις πετσέτες Καλός φαίνεται κι έχει δουλειά.
-Και δέκα χρόνια μεγαλύτερός της , άσε που παλιά είχε και δοσοληψίες με την αστυνομία για ναρκωτικά . την αντίκρουσε.
-Δεν με παρατάς καημένε, τα έκανε όταν ήταν μικρός. Τώρα σοβάρεψε και μαθαίνει μηχανικός και ξέρεις πόσα λεφτά βγάζουν , όχι σαν και τού λόγου σου που πάντα θα μείνεις ένας απλός οδηγός λεωφορείου ,τον αποστόμωσε .
-Τα λεφτά , τα λεφτά και πάλι τα λεφτά . Αν χάσουμε το παιδί μας τι να τα κάνω τα λεφτά γυναίκα .Αλλά εσύ μια ζωή να μου κοπανάς ότι δεν βγάζω αρκετά .και με τα μυαλά που κουβαλάς κακό τέλος θα έχουμε και ποτέ δεν βλέπεις ότι μπορεί κάπου να έχω δίκιο κι εγώ. είπε με πίκρα που δεν την πτόησε κι αν το βλέμμα της μπορούσε να σκοτώσει σίγουρα θα ήταν νεκρός.
-Τι δίκιο να´χεις, που μια ζωή να λογαριάζουμε και τις δεκάρες, είπε με φαρμάκι και συνέχισε. Τούτο το σπίτι ίσα- ίσα που μας χωρά .Η κουζίνα του για να περάσεις πρέπει να σηκωθεί ο άλλος και τα υπνοδωμάτια με το ζόρι χωράνε τα κρεβάτια. Όσο για το εικοσάχρονο σαλόνι μας με πιάνει κατάθλιψη μόνο που το βλέπω.
-Εγώ λέω τους τρελούς δε χωρά ο τόπος γυναίκα. Κι εσύ με τίποτα δεν είσαι ευχαριστημένη .Τώρα όμως πρόκειται για την Στέϊσυ! Και κάτι πρέπει να κάνουμε .Τί λες να την βάλουμε εσώκλειστη και να έρχεται μόνο τις διακοπές στο σπίτι και τότε ίσως ξεκόψει από τον αλήτη ; ρώτησε κουρασμένος πιά από τους αιώνιους καβγάδες, που αισθανόταν καμιά φορά να τα παρατήσει όλα κάτω και να φύγει να μην την βλέπει πιά.
Νομίζω τρελάθηκες άνδρα μου που θα βάλω το παιδί εσώκλειστο .
-Μικρή είναι κι είναι το πρώτο αγόρι της δεν θα τον παντρευτεί κιόλας ,είπε με μια λογική που δεν την καταλάβαινε εκείνος .
-Γυναίκα μάζεψε τα μυαλά σου αυτό σου λέω μόνο είπε κι άνοιξε πάλι την εφημερίδα του. Κάτι που την έκανε έξω φρενών και πήρε φόρα.
Δίπλωσέ την κι άκουσέ με για τα καλά. Τα μυαλά μου μια χαρά είναι αλλά βαρέθηκα πια ! μ' ακούς;
-Κι εγώ έχω βαρεθεί την επιπολαιότητα σου αλλά τι να κάνω ,είπε κουρασμένα αφού δεν μπορούσε να βρεί άκρη μαζί της.
-Πολλά θα μπορούσες αλλά τίποτα δεν τολμάς γι αυτό και θα τολμήσω εγώ.
Θα πάρω την δουλειά στην Σαουδική Αραβία. Με δέχτηκαν και με τον μισθό που παίρνουν εκεί οι νοσοκόμες σε δολάρια ,μέχρι να τελειώσει το συμβόλαιο των πέντε χρόνων ,σίγουρα η ζωή μας θα είναι πολύ καλύτερη.
-Σίγουρα! Τι γίνεται όμως με τα παιδιά που σε χρειάζονται. Η τα λεφτά είναι πιο σημαντικά; την ρώτησε.
-'Όχι δεν λέω. Αλλά για κείνα το κάνω στο κάτω κάτω, να κάνουμε ένα πιο καλό σπίτι ,ένα αυτοκίνητο της προκοπής και να μην σκεφτόμαστε την κάθε δεκάρα που θα ξοδεύουμε,τον αποστόμωσε κι άρχισε να ονειροπολεί το μεγάλο σπίτι και το καλύτερο αυτοκίνητο που θ´αποκτούσε με τα πολλά λεφτά.

--------------------------------------------------------------------------------
Οκτώ μήνες πέρασαν απ'την μέρα που έφυγε κι η Στέϊσυ δεν χόρταινε την ανεξέλεγκτη ελευθερία της. Η ζωή τους ήταν πολύ πιο εύκολη με τα λεφτά που τους έστελνε και τώρα είχαν υπηρέτρια για τις δουλειές του σπιτιού ..Επίσης ο μπαμπάς αγόρασε το καινούργιο αυτοκίνητο που παράγγειλε η μαμά.
Το κυριότερο όμως μπορούσε να βλέπει τον εικοσιπεντάχρονο Ντέρρικ όποτε ήθελε. Κρυφά βέβαια απ'τον μπαμπά που δεν ήταν και πολύ δύσκολο με την δουλειά του. Προπάντως αν η βάρδια του ήταν τριήμερη κι έπρεπε να ταξιδέψει Κέιπ Τάουν, ακόμα πιο εύκολο. Τότε χαιρόταν ελεύθερα και απόλυτα τον πρόωρο έρωτά της με τον αλήτη , όπως τον αποκαλούσε ο μπαμπάς και το μόνο που έκανε ήταν να βρίσκεται στο σπίτι πριν έρθει απ'την δουλειά και την τσακώσει.
Ο αλήτης πεπειραμένος στον έρωτα την έπαιζε στα δάκτυλά του κι έτσι μόλις έφυγε η μαμά ,ολοκληρώθηκαν οι σχέσεις τους που μέσα στο μεθύσι του έρωτα χωρίς προφυλάξεις.
'Όταν συνήλθε τρομοκρατήθηκε κι απ' το μυαλό της όλες οι εικόνες του ΑΙΤΣ που έβλεπε στην τηλεόραση πέρασαν εφιαλτικά.
-Μην είσαι παλαβή μωρό μου. Τίποτα δεν θα πάθεις αφού εγώ δεν είμαι φορέας και πάντα πρόσεχα,την καθησύχασε χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά κι εκείνη με τυφλή εμπιστοσύνη σφίχτηκε πάνω του ενώ έλεγε.
-Τώρα όμως δεν προσέξαμε και φοβάμαι.
-Ηταν η πρώτη φορά μικρή μου μάγισσα και φταίνε τα όμορφα μάτια σου που με τρέλαναν,είπε φιλώντας την με πάθος,κι η ορμή του ησύχασε τους φόβους της.
Ο Ντέρρικ ήταν αυτός! Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στα λόγια του.
Ησυχασμένη και με αφέλεια αφέθηκε στην αγκαλιά του και κείνος ήξερε πως να την κάνει να ξεχνά οτιδήποτε άλλο και να του δίνεται απόλυτα.
'Έτσι περνούσαν οι μέρες και στο σπίτι όλα πολύ πιο ήρεμα χωρίς την γκρίνια της μαμάς και η Στέϊσυ είχε τώρα όσες τηλεφωνικές κάρτες ήθελε,.
Μέχρι εκείνη την μέρα ,σαν έτρωγαν το πρωινό τους και ξαφνικά ένοιωσε το σπίτι να γυρίζει κι όλα σκοτείνιασαν.
-Στεϊσυυ...Ακουσε τον μπαμπά της να ξεφωνίζει κι ο 'Ανθονυ προσπάθησε να την συγκρατήσει μα δεν πρόλαβε.'Έπεσε με γδούπο στο πάτωμα λιπόθυμη.
Την έβαλαν στον καναπέ και συνήλθε από ένα ισχυρό πόνο,κάτω χαμηλά στην κοιλιά της. Αχ! Πονάω! Βόγκηξε ,κι ο μπαμπάς χωρίς αναβολή τηλεφώνησε στον γιατρό.
Δεν άργησε να φθάσει κι άρχισε να την εξετάζει. Η πίεσή της ήταν εντάξει όπως και η καρδιά. Μόνο ένας καινούργιος πόνος την έκανε να μαζευτεί βογκώντας κι ένοιωσε κάτι χλιαρό ανάμεσα στα πόδια της
-Τι τρέχει γιατρέ;τι έχει; Ρώτησε τρομαγμένα ο πατέρας της.
-Είναι έγκυος και τώρα αιμορραγεί. Τηλεφωνείστε για ασθενοφόρο,η καλύτερα πάρτε την με τ' αυτοκίνητό σας. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό,είπε ο γιατρός κι ο καινούργιος πόνος την έκανε να λιποθυμήσει και πάλι.
Συνήλθε στο δωμάτιο του νοσοκομείου κι ένοιωθε τόσο αδύναμη. Στο μπράτσο της ο ορός έσταζε σιγά σιγά κι η όψη της πιό άσπρη κι απ' τα σεντόνια.
Πονούσε ακόμα και στο βογκητό της ήρθε η νοσοκόμα και της έβαλε ένεση μέσα στον ορό, Η Στέϊσυ ήθελε να την ρωτήσει τι έγινε, μα ο ύπνος καλοδεχούμενος απ'την αδυναμία της δεν την άφησε.
Δεν είχε επίγνωση πόσες ώρες κοιμήθηκε κι όταν ξύπνησε αισθανόταν πολύ καλύτερα και δεν πονούσε πια.
Γύρισε το κεφάλι της σαν άκουσε ξεφύλλισμα περιοδικού και ...Απίστευτο.
Δίπλα της ήταν η μαμά της. Φαινόταν πολύ κουρασμένη κι απ 'το πρόσωπό της λες κι είχαν περάσει χρόνια κι όχι μόνο οι οκτώ μήνες που έλειπε.
Μαμά... ήρθες; Πότε; 'Άρχισε να ρωτάει απανωτά.
-Ψες αργά αγάπη μου,που να μην έφευγα ποτές,την άκουσε να μουρμουρίζει,σαν στον εαυτό της.
-Μα εσύ ήθελες να φύγεις μαμά ,μα σε πεθύμησα. 'Όμως ήταν ωραία να 'χουμε πολλά λεφτά,πρόσθεσε με αφέλεια η μικρή.
-Γι 'αυτό έφυγα μωρό μου. είπε δακρυσμένη η μάνα ενώ από μέσα της σκεπτόταν μετανιωμένη .Με πιο τίμημα όμως. Την διάλυση του γάμου της που ο άνδρας της είχε μπλέξει με άλλη στην απουσία της (Και με το δίκιο του παραδεχόταν ) η την καταδίκη της Στέϊσυς απ' το Εϊτς που όλα τα λεφτά του κόσμου δεν θα μπορούσαν ν' αλλάξουν.
Ευτυχώς που έχασε και το μωρό αλλιώς θα ήταν και κείνο καταδικασμένο .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tο ιστολόγιο μας μπορεί να καθυστερεί να ανοίξει όμως ανοίγει. Αυτό θα διαρκέσει για πολύ λίγο ακόμα.
Σας παρακαλούμε τα σχόλια να γίνονται στα Ελληνικά και όχι στα γκριγκλις. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τα ορθογραφικά λάθη. Επίσης καλό θα ήταν τα σχόλια σας να είναι ανάλογα με το επίπεδο και την θεματολογία του ιστολογίου μας. Γενικότερα δεν λογοκρίνουμε κανένα σχόλιο όμως η θέση μας να είναι τα σχόλια εντός του επιπέδου του blog μας είναι απόλυτη.
Ευχαριστούμε πολύ.