Κυριακή 27 Μαΐου 2012
Έκτωρ Κακναβάτος- Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου
Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.
Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.
Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.
Άλλο ένα ωραίο έργο της Εύης Γκάλαβου (έργα αναγνωστών)
11-00 το πρωί, η πρόεδρος της εταιρείας περπατούσε αγέρωχα με τις κόκκινες γόβες στο μαρμάρινο διάδρομο, με κατεύθυνση την αίθουσα συνεδριάσεων. Ο βοηθός της, την ενημέρωνε για τα θέματα της ημέρας. Το πρόσωπό της, σκληρό και αδίστακτο, άκουγε με απάθεια τη θεματολογία. Κοίταξε για μια στιγμή το τσιγάρο που είχε στο χέρι της. Το έβαλε στο στόμα της και ρούφηξε, πήρε φωτιά το χαρτί, κάηκε γι’ αυτήν. Το τελείωσε και θέλησε να το πετάξει, σταμάτησε και τον κοίταξε μέσα στα μάτια. Του το έδωσε και μπήκε μέσα στην αίθουσα.
Όλοι σηκώθηκαν. Ο βοηθός έκανε τις συστάσεις. Ήταν το πρώτο τους meeting. Εκείνος φορούσε γκρι κοστούμι, λευκό πουκάμισο και μεταξωτή γραβάτα με γκρι ρίγες. Έδωσε το χέρι του, την χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού και έπειτα της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
Αυτή ήταν ντυμένη μ’ ένα κόκκινο στενό φόρεμα μέχρι το γόνατο. Κρουαζέ ντεκολτέ, που όμως δεν άφηνε τίποτα ακάλυπτο. Άναψε ξανά τσιγάρο, το κρατούσε με το αριστερό της χέρι. Ένα μικρό ρόλοι που χτυπούσε μαζί με την καρδιά της φορώντας πάνω του μικρά διαμαντάκια, έκανε παρέα στο νωχελικό καπνό. Ένα ζευγάρι μαύρα μαργαριταρένια σκουλαρίκια κουδούνιζαν σαν κουνούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά. Μια σειρά επίσης μαύρα στόλιζαν το φίνο λαιμό της...
Βιβλιοπρόταση: Τα χελιδόνια της Καμπούλ - Γιασμίνα Χάντρα (εκδόσεις Καστανιώτης)
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Θέμα Bonus: Ποια είναι τελικά τα 7 θαύματα του κόσμου;
ΜΟΥΔΙΑΣΜΑ- Lef Doe
Έπρεπε όταν ένας άνθρωπος πενθεί
ο κόσμος να προσεύχεται· εις το όνομα κάποιου πατρός
την ψυχή την πονεμένη να πετάξει - να βοηθεί -
σαν άλμπατρος.
Έπρεπε όταν ένας άνθρωπος χάνεται
ο κόσμος να μένει ακίνητος· σαν σκουριασμένη μαριονέτα
- ήδη δεν είναι; - θλιμμένος κομπάρσος βαριετέ
δίχως κλακέτα...
Camillo Sbarbaro (1888-1967), 4 ποιήματα
ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ-ΣΧΌΛΙΟ: ΣΩΤΉΡΗΣ ΠΑΣΤΆΚΑΣ (ΑΠΌ ΤΟΝ ΙΣΤΌΤΟΠΟ ΠΟΙΕΊΝ)
Σώπα ψυχή μου, κουράστηκες πια ν’ απολαμβάνεις
και να υποφέρεις (και στα δυό τραβάς υποταγμένη).
Όσο κι αν σ’ αφουγκράζομαι, δεν ακούω καμιά φωνή
θρήνου, για την αξιολύπητη νιότη, καμιά
φωνή οργής ή ελπίδας,
ούτε καν πλήξης.
Κείτεσαι
σαν το κορμί, αποσβολωμένη, γεμάτη
απελπισμένη συγκατάβαση.
και να υποφέρεις (και στα δυό τραβάς υποταγμένη).
Όσο κι αν σ’ αφουγκράζομαι, δεν ακούω καμιά φωνή
θρήνου, για την αξιολύπητη νιότη, καμιά
φωνή οργής ή ελπίδας,
ούτε καν πλήξης.
Κείτεσαι
σαν το κορμί, αποσβολωμένη, γεμάτη
απελπισμένη συγκατάβαση.
Δεν θα σαστίσουμε,
έτσι ψυχή μου, κι ας σταματήσει
η καρδιά κι ας μας κοπεί
η ανάσα…
έτσι ψυχή μου, κι ας σταματήσει
η καρδιά κι ας μας κοπεί
η ανάσα…
Μαρία Πολυδούρη
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Ἤμουν ἀνίδεη κι᾿ ἄπραγη, παρ᾿ ὅλο
ποὺ ἡ παιδικότης μοὖχε πῆ τὸ «χαῖρε».
Ὤ, γιὰ νὰ πῶ τὰ λόγια τοῦτα τώρα
θύμηση τὶς γλυκὲς πηγές σου φέρε.
ποὺ ἡ παιδικότης μοὖχε πῆ τὸ «χαῖρε».
Ὤ, γιὰ νὰ πῶ τὰ λόγια τοῦτα τώρα
θύμηση τὶς γλυκὲς πηγές σου φέρε.
Εἴχαμε οἱ δυὸ καθήσει στὸ γεφύρι
τοῦ ἔρημου δρόμου ποὺ ἔβγαζε στὸ ρέμα,
ἀκίνητοι καὶ παραπονεμένοι,
μὲ σκεφτικὸ παράξενα τὸ βλέμμα.
τοῦ ἔρημου δρόμου ποὺ ἔβγαζε στὸ ρέμα,
ἀκίνητοι καὶ παραπονεμένοι,
μὲ σκεφτικὸ παράξενα τὸ βλέμμα.
Τὸ σκεφτικό μας πρόσωπο ἡ Σελήνη
τὸ ἀγκάλιαζε μὲ θέρμη καὶ τὸ ἐφίλει
μὰ ἐμεῖς μέναμε πάντα καθισμένοι
μὲ σιωπηλὰ τὰ ξαφνισμένα χείλη.
τὸ ἀγκάλιαζε μὲ θέρμη καὶ τὸ ἐφίλει
μὰ ἐμεῖς μέναμε πάντα καθισμένοι
μὲ σιωπηλὰ τὰ ξαφνισμένα χείλη.
Λιγάκι πρὶν δὲν ἤμαστε θλιμμένοι
μὰ μοὖπε ξαφνικὰ πὼς μ᾿ ἀγαπάει.
Αὐτὸ ἦταν! Τί νὰ νοιώσαμε μὲ τοῦτο;
Ἄχ! ὅλη ἡ παιδικὴ ψυχή μας πάει!
μὰ μοὖπε ξαφνικὰ πὼς μ᾿ ἀγαπάει.
Αὐτὸ ἦταν! Τί νὰ νοιώσαμε μὲ τοῦτο;
Ἄχ! ὅλη ἡ παιδικὴ ψυχή μας πάει!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




