ΤΟ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
-Φανή μια ώρα σε φωνάζω,δεν μ' ακούς; Ακούστηκε με μια επιφανειακή
αυστηρότητα η βραχνή γεροντική φωνή,καθώς ανέβαινε με κόπο τα
σκαλοπάτια η μαυροφορεμένη γριούλα. Κάθε σκαλοπάτι και γλάστρα.
Βασιλικά, κατιφέδες κολεοί που μπλέκονταν με τις πράσινες
κληματσίδες κι έκαναν το ανέβασμα επικίνδυνο.
Τα γέρικα πόδια με τα φαγωμένα γόνατα έτριζαν καθώς προχωρούσαν σιγά
-σιγά για να μην σκουντουφλήσει κι' είχαν μετά τρεχάματα .
"Ο γέρος από πέσιμο ή από χέσιμο κινδυνεύει να πάει "ψιθύρισε με φόβο
η γιαγιά με φόβο κι έβαλε προσεκτικά το πόδι στο επόμενο σκαλοπάτι. Κι
είχε αρκετούς λόγους να προσέχει γιατί δεν υπήρχε κανένας άλλος να
φροντίζει τα ζωντανά, όπως έκανε τώρα ,για να βγάζει ένα μικρό
εισόδημα που έφτανε όσο για να στέλνει το ορφανό στο σχολείο. Είχε
κάνει αμέτρητες θυσίες για να αφήσει οτιδήποτε να εμποδίσει την
μοναδική εγγόνα που είχε για να σπουδάσει. Η γιαγιά ποτέ δεν θα το
επέτρεπε κάτι τέτοιο. Απ' το μυαλό της πέρασαν και πάλι τα λόγια του
δασκάλου όταν της έλεγε τότε πριν πέντε χρόνια....