Όσα αστεράκια έχ' ο ουρανός τόσες φορές την είχε φιλημένη· και μιά φορά την έκαμε δικιά του, καταδικιά του.
Έτσι 'να βράδυ την είχε πλανέψει –σχεδόν τη μάγεψε– και την έσυρε μαζί του ως τους ίσκιους, πούχε στο περιγιάλι το σούρουπο απλωμένους.
Αυτός που τον σιχαίνονταν ο κόσμος και κοίμιζαν οι μάνες τα παιδιά με τη φοβέρα του, αυτός ο ασκημάνθρωπος, πούχε σαν του βοδιού μιά φάτσα, αυτός ο στραβοκάνης, ο αλλοίθωρος, που όταν σε θώραε κοίταες πλάι σου να διείς ποιόνα κοιτάζει, αυτός που φαίνονταν πάντα σαν να γέλαε – κι ας έκλαιε μέσα του η ψυχή του– αυτός, ναι αυτός, την είχε σύρει ως τα βούρλα, και κει πλάι στο κύμα τήνα ξάπλωσε στα βότσαλα, στις αρμυρήθρες – πα στα φύκια...
Καθώς γιαλό γιαλό, αυτήνα γύριζε 'να βράδυ σπίτι της, την πέτυχε.
Είχε ανασκουμπωμένα τα βρακιά του ως τα γόνατα και τα μανίκια του πουκάμισου αναστραμμένα έως τους ώμους.
Ούλη μέρα ψάχνοντας την ακροθαλασσά και τις κοτρώνες, είχε συλλέξει μες στο δίχτυ του κάνα δυό καβουρομάνες και οχταπόδια, ένα μεγάλο κοκωβιό και μύδια διάφορα. Και όπως έσκυβε πάνω στη θάλασσα, τα λογδιά των μαλλιών του τον τύφλωναν, κ' η φάτσα του –εκείνη η βλάκικη– κατά πώς υπόφερνε ψαχουλεύοντας το βυθό με τις πατούσες, φαίνονταν σαν να γέλαε. Ένα γέλιο Θεέ μου ηλίθιο και αδιάντροπο.
Όχι γιατί στ' αληθινά αυτός γέλαε, παρά γιατί έτσι ήταν το μούτρο του χυμένο –σχεδόν σταματημένο– πάνω σ' αυτό το σκέδιο.
Λες κ' είχε ξεραθεί πάνω στο γέλιο του !
Λες και τον γέννησ' έτσι –κατά πώς ήταν τώρα– η μάνα του!
Αφού φαίνονταν τα κοφτερά τόξα των δοντιών του και τα χείλια του τού ήταν σκισμένα ως τ' αφτιά... Μπα που κακοχρονάχε τέτοιο τέρατο !
Αφού τα μάτια του έλαμπαν – σαν πως όταν γελάμε μ' ούλη την καρδιά μας. Μπα που να μην έσωνε ο χαλές!
Λοιπόν δε γέλαε;
Όχι! Μήτ' έκλαιγε. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξευρε καλά καλά μήτε πώς γελάνε, μήτε πώς κλαίνε.







