Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας Ο ΒΟΪΔΑΓΓΕΛΟΣ


Όσα αστεράκια έχ' ο ουρανός τόσες φορές την είχε φιλημένη· και μιά φορά την έκαμε δικιά του, καταδικιά του.
Έτσι 'να βράδυ την είχε πλανέψει –σχεδόν τη μάγεψε– και την έσυρε μαζί του ως τους ίσκιους, πούχε στο περιγιάλι το σούρουπο απλωμένους.
Αυτός που τον σιχαίνονταν ο κόσμος και κοίμιζαν οι μάνες τα παιδιά με τη φοβέρα του, αυτός ο ασκημάνθρωπος, πούχε σαν του βοδιού μιά φάτσα, αυτός ο στραβοκάνης, ο αλλοίθωρος, που όταν σε θώραε κοίταες πλάι σου να διείς ποιόνα κοιτάζει, αυτός που φαίνονταν πάντα σαν να γέλαε – κι ας έκλαιε μέσα του η ψυχή του– αυτός, ναι αυτός, την είχε σύρει ως τα βούρλα, και κει πλάι στο κύμα τήνα ξάπλωσε στα βότσαλα, στις αρμυρήθρες – πα στα φύκια...
Καθώς γιαλό γιαλό, αυτήνα γύριζε 'να βράδυ σπίτι της, την πέτυχε.
Είχε ανασκουμπωμένα τα βρακιά του ως τα γόνατα και τα μανίκια του πουκάμισου αναστραμμένα έως τους ώμους.
Ούλη μέρα ψάχνοντας την ακροθαλασσά και τις κοτρώνες, είχε συλλέξει μες στο δίχτυ του κάνα δυό καβουρομάνες και οχταπόδια, ένα μεγάλο κοκωβιό και μύδια διάφορα. Και όπως έσκυβε πάνω στη θάλασσα, τα λογδιά των μαλλιών του τον τύφλωναν, κ' η φάτσα του –εκείνη η βλάκικη– κατά πώς υπόφερνε ψαχουλεύοντας το βυθό με τις πατούσες, φαίνονταν σαν να γέλαε. Ένα γέλιο Θεέ μου ηλίθιο και αδιάντροπο.
Όχι γιατί στ' αληθινά αυτός γέλαε, παρά γιατί έτσι ήταν το μούτρο του χυμένο –σχεδόν σταματημένο– πάνω σ' αυτό το σκέδιο.
Λες κ' είχε ξεραθεί πάνω στο γέλιο του !
Λες και τον γέννησ' έτσι –κατά πώς ήταν τώρα– η μάνα του!
Αφού φαίνονταν τα κοφτερά τόξα των δοντιών του και τα χείλια του τού ήταν σκισμένα ως τ' αφτιά... Μπα που κακοχρονάχε τέτοιο τέρατο !
Αφού τα μάτια του έλαμπαν – σαν πως όταν γελάμε μ' ούλη την καρδιά μας. Μπα που να μην έσωνε ο χαλές!
Λοιπόν δε γέλαε;
Όχι! Μήτ' έκλαιγε. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξευρε καλά καλά μήτε πώς γελάνε, μήτε πώς κλαίνε.

Βροχή - Σωτήρης Αγαπάκης


Κοιτάζω απ’ το παράθυρο και βρέχει
Μέσα στο σπίτι το σκοτάδι έχει απλώσει
Σαν το νερό που στο κενό να πέσει τρέχει
Έτσι και το κορμί μου έχει παγώσει.

Ένα κερί στη μέση αναμμένο
Πως είμαι ζωντανός να μου θυμίζει
Ρίχνεται η ανάσα στη φωτιά,παιδί εξεγερμένο
Γιατί μακρυά μου,πιο καλά θα ζεί νομίζει.

Πέφτουν οι στάλες και πληγώνουν τα λουλούδια
Κάθε σταγόνα ,κι ένα δάκρυ απ την ψυχή μου
Πόσα γραφτήκανε γι αυτά γλυκά τραγούδια
Και μια βροχή θα τα αφανήσει απ την αυλή μου.

Τόσες περάσαν,θα αντέξω άλλη μια μπόρα
Ελπίζωντας τον ήλιο να φανεί
Θυμάμαι άλλες μπόρες και γελάω τώρα,
που τότε πίστευα, ότι ο κόσμος θα χαθεί.








Πηγή: http://gatheredavantgardepoets.blogspot.gr/2012/02/blog-post_09.html

Ξεκινώντας τη μέρα με Herman Hesse...

Υπάρχουν πάντα κάποιοι άνθρωποι που απαιτούν τα πάντα από τη ζωή και όμως δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την ηλιθιότητα και τη σκληρότητά της.

Καλή εβδομάδα!


10 παραμυθένια νησάκια στον κόσμο!

Το σκηνικό, μαγικό και το τοπίο θαυμαστό! Συνήθως πρόκειται για μικρά νησιά που καλύπτονται από πλούσια βλάστηση και δεσπόζουν στο κέντρο μιας λίμνης ή μιας θάλασσας, κοντά στην ξηρά, ενώ ανάμεσα στα δέντρα ξεπροβάλλει μια κατοικία, σαν άλλο κάστρο που περιμένει την έλευση του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας, της νεράιδας και του ξωτικού… Γιατί όταν λέμε «τόπος παραμυθένιος» δεν είναι υπερβολή, ειδικά στη θέα των νησιών αυτών.
1. Bled, Σλοβενία
perierga.gr - 10 παραμυθένια νησιά στο σύγχρονο κόσμο!
2. Pfalz, Γερμανία
perierga.gr - 10 παραμυθένια νησιά στο σύγχρονο κόσμο!

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Η δύσκολη Κυριακή - Μίλτος Σαχτούρης


Απ' το πρωί κοιτάζω προς τ' απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ' το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ' αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δωσ' μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ' έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ' ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά








Από το βιβλίο "Ποιήματα Μίλτου Σαχτούρη", εκδόσεις Κέδρος

Νικηφόρος Βρεττάκος – Οικείωση




Το βράδυ ήταν όνειρο. Γαλήνη και φως
Τόσο πολύ, που μ’ ένα χαμόγελο
(ήταν κι αυτό σχεδόν στο φως)
έστρεψα κι είπα στην πέτρα που ο ήλιος
τη φώτιζε πλάι μου. «Σ’ αγαπώ».

Ναυάγια - Χρήστος Κεραμίδης


Πάλι θ' ανέβουνε τα ρυμουλκά
το ρεύμα της παλίρροιας
ναυάγια πλοία οδηγώντας.
Και θα σβήσουν όλα
με των εντίμων τις γραφτές αναφορές.

Και στους μώλους των ανέμων
σκιές ανθρώπων θα κλείσουνε το στόμα
... και καμιόνια μεγάλα θα ουρλιάζουν στις γραμμές,
σκεπάζοντας την αλήθεια, που αστράφτει,
του τ υ φ ώ ν α.






Από την ποιητική συλλογή του Χρήστου Κεραμίδη "Τελευταία υπόσχεση".

Μοναχικός δρόμος - Ματίνα Ευθυμίου


ΔΕΝ ΣΕ ΚΑΝΕΙ
ΝΑ ΠΟΝΑΣ
ΤΟΣΟ Η ΩΡΑ ΧΩΡΙΣΜΟΥ
ΟΣΟ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΜΕΤΑ
ΜΟΝΟ ΣΟΥ ΠΕΡΠΑΤΑΣ.
ΚΙ ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΠΙΣΩ ΣΟΥ
ΚΟΙΤΑΣ
ΔΕΝ ΕΠΟΥΛΩΝΕΙ ΚΑΤΙ.
ΟΙ ΘΥΜΗΣΕΣ ΠΑΛΕΥΟΥΝ
ΜΕ ΤΟ ΧΘΕΣ, ΤΟ ΤΩΡΑ, ΤΟ ΜΕΤΑ
ΚΙ ΟΤΑΝ ΒΑΘΑΙΝΕΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ
ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ,
ΚΙ ΟΣΟ ΠΙΣΩ ΚΙ ΑΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ
ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΑ  ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ
Ν'ΑΠΛΩΣΕΙΣ
ΜΙΑ ΑΔΕΙΑ ΜΕΝΕΙ
ΜΟΝΟ ΑΓΚΑΛΙΑ.
ΚΑΙ ΜΕΣ ΤΟΝ ΓΚΡΙΖΟ
ΟΥΡΑΝΟ ΣΟΥ
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΧΑΜΟΓΕΛΑ
ΜΟΝ΄ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΝΟ ΜΕΝΕΙ
ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΟΥ ΔΡΟΜΟ
ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
ΚΑΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙΣ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ.
ΤΗ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙΣ
ΜΟΙΡΑΙΑ
ΝΑ ΑΡΚΕΣΤΕΙΣ ΣΤΟ:
"ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ?"
ΚΙ ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΝΟΙΞΕΙΣ
ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΑΥΤΗ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ
ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
ΕΚΕΙΝΟΣ? ΠΟΥΘΕΝΑ,.

Ξεκινώντας τη μέρα με Νίκο Καζαντζάκη...

Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά.

Χαρούμενη Κυριακή!