Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ- Η αγάπη δεν είναι ζάλη
Η αγάπη δεν είναι ζάλη
Η αγάπη δεν είναι
ζάλη.
Δεν είναι άνθος
που μεθάει απ' το φιλί της άνοιξης.
Μυρωμένο τραγούδι
που απλώνεται πάνω στη σάρκα γλυκά.
Η αγάπη είναι
φόβος.
Δεν είναι σώμα
που ζητάει να βρει παρηγοριά.
Tρυφερή αύρα που
λικνίζει τα νοσταλγικά απογεύματα.
Είναι ποτάμι που
περνάει μέσα από τα μαύρα λιβάδια.
Άγριος αγέρας που
σπάζει τα κλαδιά στους κήπους και στα όνειρα.
Δεν είναι ζάλη η
αγάπη. Δεν είναι σιγανή φωτιά.
Ούτε χωράει στα
κλειστά, στα σίγουρα βράδια...
ΖΩΕΣ- Κώστας Καρυωτάκης

Κι έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως...
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως...
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές
απ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ' αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές...
απ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ' αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές...
που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς...
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς...
ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΒΡΑΧΩΝ- ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΒΡΑΧΩΝ
Χτυπά το κυματάκι στον απόκρημνο βράχο
χτυπάει το παιδάκι στο σχολείο σε βράχο
χτυπημένος σπουργίτης αγκαλιά με τον βράχο
τσακισμένο χταπόδι σαλιαρίζει σε βράχο
Τον βράχο διαλέξανε για να χτίσουνε φάρο
σε βράχια τσακίζεσαι αν δεν ξέρεις τον φάρο
τα βράχια φωτίζονται απ’ την δέσμη του φάρου
τα βράχια υπάρχουνε να φροντίζουν τον φάρο..
Οδυσσέας Ελύτης

XIII
Το ζουζούνι αυτό που πιπιλάει τα κλήματα
Η πέτρα που ο σκορπιός φοράει κατάσαρκα
Κι αυτές οι θημωνιές μέσα στ' αλώνια
Που καμώνουνται το γίγα σε μωρά παιδιά ξυπόλυτα.
Οι ζωγραφιές του άναστα ο Θεός
Στον τοίχο που έξυσαν τα πεύκα με τα δάχτυλά τους
Ο ασβέστης που βαστάει στη ράχη του τα μεσημέρια
Και τα τζιτζίκια τα τζιτζίκια μεσ' στ' αυτιά των δέντρων...
"χαίρε, ω χαίρε", του Γιώργου Η. Παγωνάκη

με τους τόσους υποτακτικούς και σακελάριους
που ανεβάζουν και κατεβάζουν αριθμούς
πλήττοντας και αναθεωρώντας τα σημαίνοντα του πόνου…
χαίρε, ω ψευδαίσθηση της τυποποιημένης δημιουργικότητας,
με τους τόσους θιασώτες και κομπάρσους
που καταστρέφουν και φτιάχνουν συμπεριφορές
προάγοντας και κατακρεουργώντας ιδέες εκφραστικότητας…
Απόσπασμα από τον Frankenstein της Mary Shelley (μτφ. Θ. Σακκέτας)
Οι πορείες μου ήταν μάταιες κι ήταν απερίγραπτα τα βάσανα που πέρασα στο δρόμο. Ήταν το τέλος του φθινόπωρου, όταν έφυγα από την περιοχή όπου είχα μείνει τόσο καιρό. Ταξίδευα μόνο τη νύχτα από φόβο μήπως και συναντήσω άνθρωπο. Η φύση μαραινόταν γύρω μου και ο ήλιος δε ζέσταινε πια· η βροχή και το χιόνι έπεφταν αδιάκοπα· τεράστιοι ποταμοί πάγωναν· η επιφάνεια της γης ήταν σκληρή, κρύα και γυμνή και δεν έβρισκα πουθενά καταφύγιο. Αχ, Γη! Πόσες φορές δε βλαστήμησα την ώρα και την στιγμή της γέννησής μου! Η πραότητα της φύσης μου είχε χαθεί και όλα μέσα μου είχαν γίνει χολή και πίκρα. Όσο πιο κοντά πλησίαζα στο μέρος που έμενες τόσο πιο βαθιά ένιωθα το πνεύμα της εκδίκησης να μου κεντρίζει την καρδιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




.jpg)