Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Οι παλίνδρομες μορφές του πόνου σου - Νικολέττα Μ. Σίμωνος

Αιχμαλωτίζω με κάρβουνο
επάνω στο λευκό
τις παλίνδρομες μορφές του πόνου σου
Αλαφιασμένα ανάκατες
ζαρωμένες κι ειδεχθείς
παραληρούν κι εκστασιάζονται
σαν σε χορό διονυσιακό Σειληνοί
σαν Σάτυροι σε αλγεινή ταραντέλα
Ιχνεύω τα βήματα των άναρθρων κραυγών τους
          -επικίνδυνα εκκωφαντικές-
Φοβάμαι
Σαστίζω
Η φρίκη μου προκαλεί δέος. Όχι,
δεν πρέπει, δεν γίνεται!
Προχωρώ
Η κραυγαλέα φωνή τους, φρικαλέα
μ’ οδηγεί, εντέλει, στα δύσβατα ενός ενυδρείου
Το αναγνωρίζω, σχεδόν με την πρώτη ματιά
Είν' των ματιών σου το ενυδρείο
Ρίχνω με θράσος και μ' ορμή τα μάτια μου μέσα στα δικά σου
ωσάν να ρίχνω το σώμα μου και την ψυχή μέσα στην αγκαλιά σου
Και τις κοιτάω να ελίσσονται
γοργόνες kryptopterus bicirrhis, διάφανα βαμπίρ 
που ρουφούν το άλικο των μικρών καναλιών
που διαχέουν το οπτικό σου ενυδρείο
Γκρίζος βολβός
Κόρη μαύρη, άσπρος γιος
Μαύρο δάκρυ, γκρίζο κλάμα
Πονεμένη μου αγάπη, τίναξε τα βλέφαρα με ρώμη!
Κλάψε
Βγάλτα από τα μέσα σου
όλα!
Τα μολυβένια δάκρυα των ενυδρείων σου να χυθούν ποτάμια με ακάθαρτο νερό
τις μορφές, που σαν δράκουλας ο πόνος σου αλλάζει, να παρασύρουν!
Ν’ αδειάσεις!
Κυπαρίσσι αγέρωχο να ξανασταθείς 
περήφανα στο δάσος των της χαράς δακρύων
Στο δάσος
με τις ιπτάμενες ελπίδες να κάθονται στα κλαριά σου
και τα όνειρα τα φτερωτά να χτίζουν της φωλιές τους μέσα εις στα φυλλώματά σου
Άσε την ανάερη αγάπη να φυσήξει ανάμεσα στους κλάδους σου
σαν ανεμοστρόβιλος να σε τυλίξει
και να σε χώσει μέσα εις στην καρδιά της
Μόνον έτσι θα την βάλεις κι εσύ στη δική σου καρδιά:
και τούτο 
από τούδε κι εφεξής 
θα 'ν' η αέναη ασπίδα σου κατά του πόνου 
Γι' αυτό κλάψε, ψυχή μου αμόλυντη, κλάψε με την ψυχή σου...
Εγώ είμαι ΄δω...





Πηγή:  http://psichisekfrasi.blogspot.com/

Το ταξίδι - C. Baudelaire


Τελευταῖα Σχεδιάσματα (ἀπόσπασμα...) - Κώστας Οὐράνης

Καρπὸ δὲν ἔκοψα κανένα
ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς ζωῆς,
μονάχα μάζεψα ὅ,τι βρῆκα
νά ῾ναι πεσμένο καταγῆς...

...

Τώρα γυρίζω καὶ κοιτάζω
καὶ τὴ ζωὴ ἀναμετρῶ:
-πόσο μεγάλη ἦταν ἡ φόρα,
-πόσο τὸ πήδημα μικρό!









Πηγή

Ξεκινώντας τη μέρα με Κομφούκιο...

Όταν ο Κόκκινος Ποταμός είναι πλημμυρισμένος, πάρε το λασπωμένο μονοπάτι…

Καλή εβδομάδα!


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Στο λιμάνι - Ρένα Μ.Πέτρου



Ο κόσμος μαζεμένος στο λιμάνι.
Έφτασε η ώρα της αναχώρησης.
Άνθρωποι αγκαλιάζονται και κλαίνε.
Μα ένας νέος ανεβαίνει στο καράβι,
ενώ κανείς δεν τον χαιρέτισε.
Η κόρνα ακούγεται...το πλοίο φεύγει.
Όλοι σηκώνουν τα χέρια και χαιρετούν.
Όσο το πλοίο ξεμακραίνει,
δεν ξεχωρίζουν πια τα πρόσωπα.
Έτσι κι ο νέος αποφασίζει,
να συμμετέχει στη στιγμή αυτή.
Δυο χέρια απ'το λιμάνι "κάνει" πως χαιρετούν εκείνον.
 

Κατακτητής - Ελένη Τομπέα Word Chimes)

Στις άσπρες τις σελίδες σου
ακουμπώ τα δάχτυλα μου
αγγίζω μέρη σου....πολιορκώ
κουρσάρος που αναζητά το αθάνατο νερό!
Ακολουθώ το χάρτη σου
φτάνω σε απόκρυφες κορφές
και ξεδιψώ τα χείλη μου
σε πηγές θαυματουργές!
Κάθε σημείο σου
τόπος μυστικός που με προσμένει
να μπήξω βαθιά στο χώμα του
σημαία...περιμένει...


Και όταν χορτάσω ολάκερος 
τη χώρα τη δικιά σου
θα την βαφτίσω και όταν ξαναγυρνώ
θα προσκυνώ το όνομα σου!






Πηγή

Ο θάνατος του Τραμουντάνα - Αργύρης Εφταλιώτης



Σιδερένιο κορμί ο γέρος ο Τραμουντάνας και κοκαλιασμένη ψυχή. Ξενιτεμένος κι αυτός από μικρός. Τι τον έβγαλε από τον τόπο του, δεν ήταν και δύσκολο να τ’ απομαντέψεις. Τι τον έριξε όμως σε χώρες θεοσκότεινες και ψυχρές, χώρες στ’ αλήθεια ξένες, που ψυχή να σε συμπονέσει δεν βρίσκεται, μα και να λουβιάσεις, εξόν ίσως καμιά δροσόλευκη παραμάνα στο νοσοκομείο, σε τόπους που κι αγάπη να βρεις, έρχεται κι αυτή και σου φαρμακεύει άλλες αγάπες, που για να μην πεθάνεις της πείνας δουλεύεις όσην ώρα δεν κείτεσαι στο κρεβάτι αποσταμένος, που να μείνεις μισήν ώρα καθάριος αδύνατο πράμα, αφού κι ο αέρας που ανεσαίνεις είναι μισός καπνίλα, που ως και τα πλεμόνια του ανθρώπου μαυρίζουνε μια για πάντα — τι τον έκαμε τον Τραμουντάνα κι έσυρε στα νιάτα του εκεί απάνω, που τον αντάμωσα χρόνους και χρόνους κατόπι ξένοιαστο, πέτρα μονάχη, λησμονησιάρη, δίχως μήτε φυλαχτήρι από μάνα ή αδερφή, δίχως άλλο της πατρίδας σημάδι παρά το μαυριδερό του το πρόσωπο—τι τον πέταξε σε τέτοια πολύκοσμη ερημιά, ήταν κι είναι ακόμα μυστήριο, που για να το ξεδιαλύνω του κάκου ρώτηξα πολλούς σαν και λόγου του. Δίχως πόρεψη, δίχως μέσα, δίχως άλλο σκοπό παρά να ’ρθουν και ν’ αποδείξουν ως πού πηγαίνει η ρωμαίικη η τρέλα, το έρμο και το τυφλό το «Έχει ο Θεός», σάματις τρελάθηκε κι ο Θεός μαζί τους.
Είναι, λέει, το «επιχειρηματικό» της Ρωμαίικης της φυλής και τους σκουντάει, τους ρίχνει όξω κι όξω, ως τον άγιο Φραγκίσκο τους φέρνει, ως την Πολυνησία τους ξεβράζει, σε κάθε ακρογιάλι σαν ψόφιες ακρίδες τους στρώνει, άλλους λουκούμια να πουλούν, άλλους φορτιά να σηκώνουν, άλλους άλλα βάσανα να τραβάνε, και τέλος να ρουφιούνται από το παντοδύναμο τ’ αγγλοσαξονικό το θεριό και να χάνουνται.

Σε περιμένω παντού - Τάσος Λειβαδίτης



Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.


Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!







Πηγή

Ξεκινώντας τη μέρα με Νίκο Καζαντζάκη...

Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει.

Χαρούμενη Κυριακή!