Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το ποτάμι (από τη συλλογή Ζητείται ελπίς) - Αντώνης Σαμαράκης


Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.

Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.

Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.

Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.

Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

Ανατροφή - Αντιγόνη Βουτσινά

Λείπω
Λείπεις
Λύπη

Οικόσιτο ρήμα.
Το είχε δέσει η μάνα
μ’ ένα λουρί από το πόδι μου
για να μου κάνει συντροφιά όταν εκείνη
λύπη.
Ξέρω καλά τους χρόνους του και τις συνήθειές του.
Καμιά φορά,
στο τρίτο πρόσωπο βγάζει τη μάσκα
και απλώνεται
με ήττα.

(Εκτός κι αν κάτι
δεν έμαθα καλά.
Από παιδί.)











Πηγή

Μάνα, Ποίηση - Εύη Γκάλαβου


Από μένα
Μάνα, γη της ψυχής
για σένα.
Σ'αγαπάω!









Πηγή: http://gynaika-g.blogspot.gr/

Ξεκινώντας τη μέρα με Charles Baudelaire...

Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα!

Καλό σαββατοκύριακο!


Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Οι γκιόνηδες - Ιούλιος Τυπάλδος



Γκιόνης και κουκουβάγια έλεγαν μια νυχτιά:
Τι μαύρη τύχη είν' τούτη οπού μας πολεμά!
Ευφραίνομε τες νύχτες με τη γλυκιά φωνή,
κι όλοι επαινούν τ' αηδόνι, που σαν εμάς λαλεί.
Συκοφαντία και φθόνος τον κόσμο κυβερνούν
μεγάλους ταπεινώνουν, μικρούς υμνολογούν.
Λοιπόν, τους έπαινούς μας ας ψάλλομεν εμείς,
γιατί να μας παινέσει δε θα βρεθεί κανείς.











Πηγή

Χάρης Βλαβιανός: Η ποίηση απέθανε! Ζήτω η ποίηση!


Σε διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Τίλμπουργκ, ο Τζωρτζ Στάινερ υποστήριξε πως μολονότι είναι φυσικό κάθε γενιά να νιώθει ότι η εποχή της φέρει έντονα τα σημάδια της πτώσης και της παρακμής....

η σημερινή επιβεβαιώνει τελεσίδικα αυτό το αίσθημα: οι βαρβαρότητες και οι ωμότητες του 20ου αιώνα ήταν τόσο ακραίες και πέρα από κάθε ιστορικό προηγούμενο (με κορυφαίο γεγονός το Ολοκαύτωμα) ώστε η ευρωπαϊκή σκέψη να μην είναι πια σε θέση να ανακάμψει. Το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι πια αναπόφευκτο. Οι δυσοίωνες διαπιστώσεις του Στάινερ, θυμίζουν, βέβαια, άλλες παρόμοιες που έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα στο παρελθόν από δεκάδες ποιητές και φιλοσόφους. Ο ίδιος τις θεωρεί «αντικειμενικά έγκυρες»• όμως ποιος μπορεί να ορίσει με βεβαιότητα τι είναι «αντικειμενικά έγκυρο» στον χώρο της τέχνης (και των ανθρωπιστικών επιστημών εν γένει); Η άποψη του Μίλτον, για παράδειγμα, ότι ο Σαίξπηρ ήταν κατώτερος του Σοφοκλή, ή του Έντμουντ Γουίλσον, ότι η ποίηση μετά τον Γέητς είναι μία τέχνη προορισμένη να πεθάνει, δεν είναι παρά μια συγκεκριμένη άποψη εκπορευόμενη από ένα εντελώς προσωπικό, αξιολογικό σύστημα. Σήμερα οι πάντες ευαγγελίζονται το τέλος των πάντων. Βιβλία με τίτλους όπως Ο θάνατος της λογοτεχνίας ή Το τέλος της τέχνης, είναι κοινός τόπος. Ωστόσο ακόμη κι αν ισχυριστεί κανείς (όπως ο Στάινερ) ότι ζούμε στις σκοτεινότερες των εποχών, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι οι δημιουργικές δυνατότητες της φαντασίας δεν συναρτώνται προς τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Ο θάνατος ενός θεού, όσο πραγματικός κι αν είναι, δεν ισοδυναμεί με τον θάνατο των Μουσών. Μπορεί οι σφαγές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να έκαναν τον Ντυσάν να αναφωνήσει το περίφημο: «C’ est fini la peinture», αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι ούτε ο ίδιος σταμάτησε να ζωγραφίζει, ούτε φυσικά η ζωγραφική έσβησε μαζί με τα εκατομμύρια των θυμάτων του πολέμου. Ο Πικάσο, ο Μιρό, ή ο Κλέε συνέχισαν να δημιουργούν και σε εποχές ακόμη πιο βάρβαρες.

Χάραμα - Μεσολογγίτισσα


Χάραμα στον εφιάλτη.
δίχως σκέψη, δίχως φόβο,
με την υποχρέωση της ζωής,
καλά γαντζωμένη πάνω σου.
η άνοιξη παραληρεί στο διάβα σου
και συ μοναχική και αφόρητη,
κλείνεις τις μυρωδιές τις γης
σε μακιγιαρισμένες βλεφαρίδες,
αφού η όσφρηση σου,
είναι αιώνια σφραγισμένη.
και ανατέλλεις συνεχώς...
κάθε πρωί, ξυπνώντας απ΄ τη δύση σου,
που μοιραία επιλέχτηκε...
και σεργιανίζεις, στραγγαλίζοντας
νεύματα και ψιθύρους,
γιατί σταυρώθηκες στην ακοή εκείνου
και μόνο...
ριγείς, στη θύμηση της ανάσας του
και σκοντάφτεις σε αγκαλιές
μιας γέννησης, χωρίς κυοφόρηση.
και φλέγεται η σάρκα σου
και υγραίνεται το είναι σου
και το χρώμα του κερασιού,
απλώνεται πάνω στα μαγουλά σου
ξεδιάντροπα...







Πηγή: http://mesologitisa.blogspot.gr/

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Το ξάφνιασμα - Γιάννης Σκαρίμπας

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...






Πηγή

ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ Τ’ΑΛΩΝΙΑ - Β.Α.



Πουλάκι μου που ένοιωσες λιγάκι τη χαρά

Κι ήρθες λάλο χαρούμενο  και έκατσες κοντά μου

Άνθισε Απρίλης μέσα μου η ψυχή μου λαχταρά

Κείνα τα πρώτα τα ελαφρά ν’ ανοίξουν τα φτερά μου


Για να πετάξω στα ψηλά στη λάκα στη ραχούλα

Όπου λαφίνα σε Έσπερο βρίσκει λαφίνα άλλη

Με σίγαλο οργανικό που λέει η παλιά βρυσούλα

Μ’ αγριολούλουδου ευωδιά σε μυρωμένη ζάλη



Πέτα πουλάκι μου από δω

Δεν είν’ για σένα ο κάμπος

Ψηλά σου πρέπουν κλώνια

 

Και θ’αγναντεύω να σε δω

Πρωτού να ρθει το θάμπος

Στου φεγγαριού τ’ αλώνια.

 

                                           

Τόση μοναξιά - Νηρηίς


Η φυλακή παραμένει φυλακή
Είτε τη ντύσεις με ωραίες κουρτίνες
Είτε τη στολίσεις με την καθώς πρέπει ζωή σου
Πάντα θα ξυπνάς το πρωί και θα αντικρίζεις τον τοίχο
Πέρα από τον οποίο φτάνει μόνο το μυαλό μα όχι και το σώμα
Όλους τους χαιρετάς χαμογελαστός και τους καλημερίζεις
Και όλοι σε ζηλεύουν γιατί ζεις τη ζωή που θα’θελαν
Μα δεν τολμάς να πεις πόσα πολλά σου λείπουν
Γιατί οι έτοιμες κι εύκολες απαντήσεις του κόσμου
Είναι ακόμα πιο σκληρές από της καθημερινότητας σου το κέλυφος…
…αυτό που σπας με τη φαντασία, αυτή δε στην έχει πάρει κανένας
Και δε θα μπορέσει ποτε…αν ήθελε θα μπορούσε να μπει στα όνειρά σου,
να τα μοιραστείς μαζί του, να σου χαϊδεψει τα μαλλιά, να σε πάρει αγκαλιά,
να σου μιλήσει ψιθυριστα και να σε κάνει να νιώσεις ότι της φυλακής ο τοίχος
σπάει μέσα στων κορμιών σας τη ζεστασιά,
αλλά ο,τι θα μπορούσε να σε αγγίξει είναι πια τόσο μακριά…