Η ζωή σου ήταν σκηνές εναλλασσόμενες σε ασπρόμαυρο φιλμ.Σου έλειπε το χρώμα ενώ ζούσες στο μικρό διαμέρισμα μόνος. Ήλπιζες ότι θα αποδράσεις από τον στενό κλοιό της οικογένειας.Πίστευες ότι οι προσδοκίες τους για σένα θα τελείωναν μόλις έφευγες από'' την θαλπωρή τους ''.Προσπάθησες άνεργος, κάθε πρωί στεκόμενος σε μια ουρά να βρεις δουλειά.Να αποκτήσεις χρήματα για μια υποφερτή ζωή έστω .είναι και αυτές οι μέρες...Σαν νύχτες μοιάζουν οι ελπίδες. Δεν ξεχωρίζεις τι θέλεις για να λυτρωθείς.Ένα άλμα στο μέλλον ή την πτώση στο παρελθόν.Δεν είναι φίλος ο εαυτός σου .Αντί να σε βοηθήσει,σου τρώει σιγά σιγά τα σωθικά '.'Γύρισε στη σιγουριά σου λέει''.Τον μισείς τελικά .Σκέφτεσαι ίσως να τον σκοτώσεις.Η θέλησή σου όμως πρέπει να γίνει βράχος.Και ας σπάνε τα κύματα πάνω του .Μη φοβάσαι .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016
Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013
"Το βουβό παιδί", Inge Müller
Αμέσως μετά τη συμφορά πολλά τα λόγια, και συμπόνια επίσης, μια ξαφνική αναστάτωση στο νωθρό ποτάμι των μεταπολεμικών ημερών. Κύματα. «Μέσα στην τρύπα της βόμβας είχε βυθιστεί ένα παιδί. Της προσφυγίνας το παιδί. Είχε σχεδόν πνιγεί μέσα στην κούφια άμμο. Το τελευταίο της».
«Πέθανε;»
«Το σώσανε. Η πυροσβεστική. Λένε, υπάρχουν κι άλλες βόμβες».
«Θα μας ακολουθεί για πολύ ακόμα, ο πόλεμος. Και το ’18 έγινε. Αλλιώς, αλλά έγινε».
«Δεν είναι μακριά από το χωριό. Καθόλου μακριά. Και νάρκες πρέπει να υπάρχουνε, στο χωράφι του Ράινκε ανατινάχτηκε ένας την ώρα που όργωνε με το τρακτέρ.»
«Είναι δύσκολα, για τον πρόσφυγα. Δεν το ’δα ποτέ, το παιδί».
Είχανε ήδη αρχίσει να ανασαίνουνε δίχως φόβο. Κάποιοι είχανε ψάξει να βρούνε τα αγροτικά μηχανήματα, τα είχανε επισκευάσει, είχανε σπείρει, είχανε μαζέψει σπόρους. Κάποιους λίγους τους βάλανε στο χώμα.
Οι ξένοι στρατιώτες είχανε ψωμί, δεν τους απέφευγε πια κανείς. Υπήρχε δουλειά για όλους. Δουλειά. Να θάβουνε κουφάρια. Γέφυρες. Τη γέφυρα στο ποτάμι πρώτα, άντρες, γυναίκες, στρατιώτες. Δουλειά. Αεροπλάνα στον φωτεινό ουρανό, φόβος· κι ύστερα, πέρα από κάθε ανάμνηση, ελπίδα: τίποτα χειρότερο πια, σήμερα όχι και αύριο όχι. Ίσως για πολύ καιρό όχι. Το μισό χωριό ήτανε παρόν, όταν οι πυροσβέστες βγάζανε με το φτυάρι την άμμο από τη χοάνη της βόμβας, λεπτή άμμος σαν ζάχαρη, νεκρική άμμος των ερήμων. Ύστερα δύο κρεμαστήκανε με τα χέρια και το κεφάλι στην άκρη του λάκκου.
Σκαλίζανε, ψηλαφίζανε.
Τότε πιάσανε κάτι: το πλήθος στριμώχτηκε πιο κοντά: μια γυναίκα τσίριξε. Αγρότισσα δίχως γη∙ μια άλλη: ορθάνοιχτα μάτια, φρίκη, περιέργεια, επιθυμία για το θάνατο. Ένας έλιωσε μια σφήκα, κοίταξε.
Η προσφυγίνα στεκότανε βουβή παράμερα, έτοιμη να πιστέψει, έτοιμη για το πένθος, με σεμνότητα. Και τα χέρια της μιμούνταν αυτά των σκαφτιάδων, σκάβανε, δουλεύανε.
Ήτανε απλά ένας κάλυκας οβίδας, αυτό που ανέσυραν. Ύστερα ένα σκουριασμένο ντεπόζιτο. Άμμος.
Η ένταση πέθανε, έσβησε μαζί με τον ήλιο. Οι άντρες δουλεύανε εναλλάξ, ιδρώτας στο μέτωπο. Μία ώρα, δύο.
Μέσα στο θάμνο κελαηδούσε ένα πουλί.
Το παιδί ανάσαινε με δυσκολία, όταν το ανέσυραν. Στη διάσωση συμμετείχανε εφτά κάτοικοι του χωριού. Ο Κάργκαν, ο σιδεράς, γέλασε. Οι άλλοι προχωρήσανε. Βουίσματα στα καλώδια πάνω από τα τηλεγραφόξυλα. Η μητέρα, η προσφυγίνα, σήκωσε το παιδί μέσα στην ποδιά της.
Ένας σκύλος αλύχτησε. Ένας λύκος δίχως λεία.
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου
Η Ίνγκε Μύλλερ [Inge Müller] γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα. Το κείμενο «Το βουβό παιδί» ανήκει στα πρώτα γραπτά κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ, από την εποχή που ζούσε κοντά στη λίμνη Λένιτς και υπέγραφε, με το επώνυμο του δεύτερου συζύγου της, Ίνγκεμποργκ Σβένκνερ [Ingeborg Schwenkner]. Διαβάστε εδώ 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, μεταφρασμένα από τη Σούλα Ζαχαροπούλου.
ΠΗΓΗ
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
"ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ"
Ξέρεις πατέρα,
είναι πολλά αυτά τα "λίγα" που μας κρατούν εδώ. Καρφωμένους στη γη. Γι'
αυτό το κάτι, που ποιος ξέρει αν θα 'ρθει. Μόλις χθες πατέρα κατάλαβα
τι είναι αλήθεια η μικρή μας στιγμή. Κι όλο ξεφεύγει πατέρα. Ένα πραφ κι
έφυγε. Δεν προλαβαίνω ούτε καν να την χωρέσω.
Θυμάσαι πατέρα, όταν ήμουν μικρή; Στα μάτια σου έμαθα την αλήθεια του κόσμου. Να μη μισώ, να αγαπάω, να μοιράζομαι. Είναι αργά για μας πατέρα στον κόσμο ετούτο. Είναι σκληρή η ζωή για μας τους απ' αλλού φερμένους. Όμως εμείς, εκεί πατέρα. Κάθε μέρα σε πείσμα των καιρών, να σκαλίζουμε τη ζωή με τα νύχια μας. Για το αύριο πατέρα. Για να λέμε πως κάτι θα μείνει εδώ από μας.
Δεν φοβάμαι πατέρα, όχι πια. Μόνο να, που και που, μια θλίψη ανεβαίνει και με πνίγει. Για εκείνα που γλίστρησαν και δεν τα πρόλαβα, επειδή εθώρουνα πως έχω καιρό. Έκανα λάθος πατέρα. Μα θα μου πεις πως ακόμα μπορώ. Προλαβαίνω, έτσι πατέρα; Μόνο αυτό να μου πεις. Προλαβαίνω. Και αν όχι πατέρα, να' σαι εδώ, να κρατηθώ, να μην φύγω στο κύμα.
Δεν στο λέω, μα πολλές φορές ντρέπομαι για ό, τι δεν κατάφερα πατέρα. Για τις ελπίδες που διέψευσα. Θα προσπαθήσω πατέρα, θα δεις. Και τότε θα λάμπω πατέρα. Σαν Κρήτη θα φαίνομαι στη Μεσόγειο. Βουνοκορφή στ' Ανωγειανά όρη.
Κάπου εδώ θα κλείσω πατέρα. Μα πριν τελειώσω θέλω να σου πω ευχαριστώ. Γιατί συνεχίζεις και είσαι ένας φάρος αναμμένος για να μην σκοντάφτει το σκαρί μου. Που ενώ δεν μπορείς, ΟΛΑ τα μπορείς για να μπορώ. Που ακόμη και τώρα που μεγάλωσα, εξακολουθείς να μου δίνεις μαθήματα ζωής και συμπεριφοράς. Που κάθε που κλαίω χωρίς να ρωτάς, χωρίς να μιλήσεις, ανοίγεις τα χέρια σου για να κλάψω μέσα.
Πατέρα σε ευχαριστώ, γιατί αν δεν ήσουν αυτό που είσαι, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι. Και κυρίως γιατί εξακολουθείς να μου θυμίζεις πως θέλει κότσια να παραμείνεις άνθρωπος. Για όλα αυτά Πατέρα. Και για τα άλλα.
Μαρία Χρονιάρη
Θυμάσαι πατέρα, όταν ήμουν μικρή; Στα μάτια σου έμαθα την αλήθεια του κόσμου. Να μη μισώ, να αγαπάω, να μοιράζομαι. Είναι αργά για μας πατέρα στον κόσμο ετούτο. Είναι σκληρή η ζωή για μας τους απ' αλλού φερμένους. Όμως εμείς, εκεί πατέρα. Κάθε μέρα σε πείσμα των καιρών, να σκαλίζουμε τη ζωή με τα νύχια μας. Για το αύριο πατέρα. Για να λέμε πως κάτι θα μείνει εδώ από μας.
Δεν φοβάμαι πατέρα, όχι πια. Μόνο να, που και που, μια θλίψη ανεβαίνει και με πνίγει. Για εκείνα που γλίστρησαν και δεν τα πρόλαβα, επειδή εθώρουνα πως έχω καιρό. Έκανα λάθος πατέρα. Μα θα μου πεις πως ακόμα μπορώ. Προλαβαίνω, έτσι πατέρα; Μόνο αυτό να μου πεις. Προλαβαίνω. Και αν όχι πατέρα, να' σαι εδώ, να κρατηθώ, να μην φύγω στο κύμα.
Δεν στο λέω, μα πολλές φορές ντρέπομαι για ό, τι δεν κατάφερα πατέρα. Για τις ελπίδες που διέψευσα. Θα προσπαθήσω πατέρα, θα δεις. Και τότε θα λάμπω πατέρα. Σαν Κρήτη θα φαίνομαι στη Μεσόγειο. Βουνοκορφή στ' Ανωγειανά όρη.
Κάπου εδώ θα κλείσω πατέρα. Μα πριν τελειώσω θέλω να σου πω ευχαριστώ. Γιατί συνεχίζεις και είσαι ένας φάρος αναμμένος για να μην σκοντάφτει το σκαρί μου. Που ενώ δεν μπορείς, ΟΛΑ τα μπορείς για να μπορώ. Που ακόμη και τώρα που μεγάλωσα, εξακολουθείς να μου δίνεις μαθήματα ζωής και συμπεριφοράς. Που κάθε που κλαίω χωρίς να ρωτάς, χωρίς να μιλήσεις, ανοίγεις τα χέρια σου για να κλάψω μέσα.
Πατέρα σε ευχαριστώ, γιατί αν δεν ήσουν αυτό που είσαι, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι. Και κυρίως γιατί εξακολουθείς να μου θυμίζεις πως θέλει κότσια να παραμείνεις άνθρωπος. Για όλα αυτά Πατέρα. Και για τα άλλα.
Μαρία Χρονιάρη
Σάββατο 11 Μαΐου 2013
Διονυσιακή έκσταση - Παναγιώτης Ξενάκης
...Ανατολή...
...η Αλεξάνδρεια και η
Σμύρνη...το μυστηριακό τους σαγήνευμα...
ο Αιγύπτιος
αυχμηρός αγέρας...
τα μισοφέγγαρα στο
τέμενος με τα φαρδιά τόξα
και τις
ημικυκλικές κόγχες των μιναρέδων
εκείνο το μισοσούρουπο,
κι ο μουεζίνης στον σεριφέ...
…και να φτεροκοπούν στο καθρέφτισμα
οι ίριδες…
Το θείο πλάσμα...κόρη
σηψάντη και μεγαλέμπορα...
σοκολατί, ντελικάτη,
τρυφερό στήθος, ροδαλό στόμα,
νωχελή, αμυγδαλωτά μάτια,
που ξεχείλιζαν
ψυχή, Ζωή και χρώμα
χέρια μάγισσας, σε
πλάνευαν στον χορό τους
πόδια σμιλεμένα από
τεχνίτη αδάμαντα
λείο, ευωδιαστό, άτριχο δέρμα
το ηδυπαθές βάδισμα
της...λευκό, αραχνοΰφαντο φόρεμα κι από μέσα
μια λεπτή σιλουέτα γυμνή...
η ζουμερή, χυμώδης,
γεύση των μπουτιών της... ...η γεύση της...
ήταν υπέροχη ξαπλωμένη
με ορθάνοιχτα τα πόδια...
...ήταν υπέροχη
όπως κι αν ήταν...
...κουνιόταν...
...βογκούσε...
...η λεκάνη της... ...η σάρκα της...
...τα μαλλιά της στο πρόσωπο...
εκείνο το βλέμμα της ξέφρενης
διονυσιακής έκστασης...
η θελκτική,
κοριτσίστικη φωνή της με την ανεπιτήδευτη,
αφελή χροιά...
“...fuck me...fuck me...fuck me...”
και
ξεχύνονταν οι ευωδιές των ξέπνοων υγρών του έρωτα μας
…τα νερά της λάμπας
καθώς έφεγγε στο μάρμαρο…
Από
το λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!»
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ… - ΑΓΑΘΗ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΔΙΕΓΡΑΦΕ ΚΥΚΛΟΥΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΣΩΜΑ ΤΗΣ…
ΤΑ ΚΥΜΑΤΑΚΙΑ ΑΣΠΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΑΠΟ ΨΗΛΑ ΜΕ ΛΕΥΚΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΠΟΥ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥΣΑΝ ΠΕΡΙΤΕΧΝΗ ΚΟΡΝΙΖΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΘΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕ…Η ΘΑΛΑΣΣΑ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥΣ, ΘΑΡΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΒΑΖΕ ΟΡΙΑ , ΤΡΙΓΥΡΩ ΤΗΣ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ,ΕΥΛΑΒΙΚΑ ΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΧΟΥΝ ,ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΚΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΞΕΓΝΟΙΑΣΤΑ ,ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΒΛΕΠΑΝ ΑΜΕΣΩΣ.
ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΔΕΜΕΝΟ ΜΕ ΜΙΑ ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΗ ΚΛΩΣΤΗ ΚΡΕΜΟΤΑΝ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ ΚΟΥΤΙ ΠΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΣΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ,ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ,ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΑΡΩΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΑΛΛΟΤΙΝΩΝ ΕΠΟΧΩΝ…
Ο ΑΕΡΑΣ ,ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΛΕΥΚΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΣ ΣΥΖΗΓΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΡΕΜΑΣΕ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΣΕ ΕΝΑ ΜΑΚΡΙΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ,ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ…ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΝΑ ΤΗΝ ΧΑΙΔΕΥΕΙ ΑΠΑΛΑ ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΝΙΣΧΥΡΟΣ ,ΑΦΟΥ ΑΥΛΟΣ ΗΤΑΝ ,ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΧΕΡΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΙ ,ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΦΩΝΗ ΝΑ ΤΗΝ ΞΥΠΝΗΣΕΙ …
ΣΤΗΝ ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΔΩΝΙΣ ΕΠΑΙΖΕ ΑΦΗΡΗΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΥΣΗ ΑΜΜΟ ,ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΑΘΕΛΗΤΑ ΤΟΝ ΜΑΝΔΥΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΑΓΩΝΕ ΤΟΣΟ ,ΠΟΥ ΘΑΡΡΕΙΣ ΤΟΥ ΕΚΟΒΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ…ΒΑΡΥ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ΣΗΜΕΡΑ ΑΣΗΚΩΤΟ,ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ…
ΟΙ ΛΥΓΜΟΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΤΡΑΝΤΑΖΟΥΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ,ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΠΑΡΑΦΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ,ΠΟΥ ΘΑ ΛΕΓΕ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΚΟΥΡΑΖΕΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ,ΓΙΑ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ…
Κυριακή 28 Απριλίου 2013
Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος…- Αγαθή Αγγελάκη

ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΠΟΥ ΑΙΩΡΟΥΤΑΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ,ΩΡΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΤΩΡΑ ,ΠΡΟΣΓΕΙΩΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ,ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΜΙΑ ΧΟΡΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΚΛΙΣΗ –ΣΑΝ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ ΝΑ ΤΑΝ…- ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΤΟΥ ΧΑΛΙ ΑΦΟΥ ΕΙΧΕ ΒΡΕΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΟΥ…
ΞΑΦΝΙΑΣΜΕΝΗ Η ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΕΣΚΥΨΕ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΣΕΙ ,ΠΡΟΣΕΧΟΝΤΑΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΑΣΤΕΙ Η ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΞΑΝΑ.
ΤΟ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΙΣΙΩΝΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΟΣΟ ΠΙΟ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟ ΜΠΟΡΟΥΣΕ…ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΞΕΘΩΡΙΑΣΕΙ ΖΩΝΤΑΝΕΥΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ,ΣΑΝ ΠΙΝΕΛΟ ΝΑ ΗΤΑΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ,ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ…
΄΄ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΙΛΟΤΟΣ΄΄,ΣΥΛΛΑΒΙΣΕ ΑΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΤΩΝ 5 ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΜΑΡΚΩΝ.ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΑΣΕΙ 70 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΓΙΟΡΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ,(ΕΚΛΕΙΝΕ ΤΑ 16 ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ),ΕΙΧΕ ΕΥΧΗΘΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΛΟΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΧΕ ΓΡΑΨΕΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ,ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΙ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΗΝ ΣΙΩΠΗΛΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ.
Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ , ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΠΩΣ ΜΟΝΟ ΑΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΙΛΟΤΟΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ.ΟΧΙ ΑΕΡΟΣΥΝΟΔΟΣ ,ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΑΠΑΙΤΟΥΣΕ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΛΙΓΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΕΝΩ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΛΟΤΟΣ ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ…ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΤΗΝ ΓΟΗΤΕΥΑΝ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ…ΟΤΑΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΡΙΖΟΤΑΝ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ , Η ΘΕΛΗΣΗ ΤΗΣ ΓΙΝΟΤΑΝ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ,ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΡΑΦΤΑΝ ΑΠΟ ΠΕΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΑΡΚΩΔΗ ΧΕΙΛΗ ΤΗΣ ΣΟΥΦΡΩΝΑΝ ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΕ ΘΕΣΗ ΜΑΧΗΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΕΥΚΟΛΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ…
ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΣΤΟ ΓΕΡΙΚΟ ΠΙΑ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΟΝΤΙΝΟΤΕΡΟ ΠΑΓΚΑΚΙ.ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΝΑ ΠΛΑΝΗΘΕΙ ΣΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ ΔΑΣΟΣ ΤΡΙΓΥΡΩ ΤΗΣ … ΕΙΧΕ ΜΠΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ,ΕΙΧΕ ΒΑΨΕΙ ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑΤΟΥ ΤΗΝ ΦΥΣΗ,ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΕΙΧΑΝ ΥΠΟΚΛΙΘΕΙ ΣΤΙΣ ΜΠΟΓΙΕΣ ΠΟΥ ΑΔΕΞΙΑ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΑΔΕΙΑΣΕΙ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ,ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΧΡΩΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΧΡΥΣΟ,ΟΥΤΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ,ΟΥΤΕ ΠΡΑΣΙΝΟ ,ΟΥΤΕ ΚΑΦΕ …ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΕΝΑ ΧΡΩΜΑ,ΜΑ ΣΑΝ ΜΟΝΟΧΡΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΑΛΕΤΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΕΜΟΙΑΖΑΝ…
ΘΥΜΗΘΗΚΕ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΞΕΧΝΙΟΤΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΦΥΛΛΑ ,ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΠΡΟΚΑΛΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΝ ,ΕΝΩ Η ΙΔΙΑ ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΟΣΗ ΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΟΥΣΑΝ…ΦΑΝΤΑΖΟΤΑΝ ΠΩΣ ΚΑΘΕ ΦΥΛΛΟ ΗΤΑΝ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΠΕΤΟΥΣΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΑΚΟΜΗ ΠΙΛΟΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΥΣΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΘΑ ΚΑΤΑΚΤΟΥΣΕ,ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΑΠΑΞΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΓΗ!
ΗΤΑΝ ΤΟΣΗ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΟΥ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΜΕ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑΚΙΑ ΜΙΚΡΑ, ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΕΤΑΓΜΕΝΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΕΜΕΝΑΝ ΜΕΧΡΙ Η ΙΔΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΠΙΛΟΤΟΣ ΤΟΥΣ…ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ ΕΙΧΑΝ ΒΑΦΤΕΙ ΓΑΛΑΖΙΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΟΛΛΗΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ΚΟΜΠΑΖΑΝ ΑΔΙΑΚΟΠΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ…ΟΛΟΣ ΤΗΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙΑ 2 ΧΡΟΝΙΑ ΗΤΑΝ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ .ΔΙΑΒΑΖΕ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ ,ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΚΑΙ ΠΙΟ ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΠΙΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΙΟ ΑΚΟΥΡΑΣΤΗ ΑΦΟΥ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΤΗΝ ΕΦΕΡΝΕ ΚΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΣΤΟΧΟ ΤΗΣ.ΜΑΤΑΙΑ ΟΙ 2 ΑΧΩΡΙΣΤΕΣ ΦΙΛΕΣ ΤΗΣ ΤΗΝ ΕΚΛΙΠΑΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΒΓΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ,ΜΑΤΑΙΑ ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΟΥΣΑΝ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ ΑΝΙΚΑΝΑ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ.ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ,Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΤΟ ΨΙΘΥΡΙΖΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ , ΣΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΟΛΩΝ ΔΙΕΚΡΙΝΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΜΑ ΑΔΙΑΦΟΡΟ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΤΗΣ ΗΤΑΝ…
ΘΕΩΡΟΥΣΕ ΠΩΣ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ,ΤΟ ΜΥΑΛΟ ,Η ΥΓΕΙΑ , Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΤΗΣ ΕΙΧΑΝ ΧΑΡΙΣΤΕΙ ΑΠΛΟΧΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ,ΑΡΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΠΩΣ ΤΑ ΑΞΙΖΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ …ΕΙΧΕ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΕΝΟΣ ΣΟΦΟΥ…ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΓΚΡΙΝΙΑΖΕ ΔΕΝ ΕΝΝΟΟΥΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΟΣΑ ΕΛΕΓΕ,ΓΙΑΤΙ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ. Η ΔΕ ΕΠΑΦΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΚΟΠΙΑΣΟΥΝ ΓΙΑ ΟΤΙ ΣΕ ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΧΑΡΙΣΤΕΙ ,ΕΝΙΣΧΥΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΝΑ ΚΟΥΡΑΣΤΕΙ,ΝΑ ΠΑΛΕΨΕΙ ΝΑ ΔΙΚΑΙΩΣΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΟΥ ΠΛΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ ,ΟΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ.
ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΩΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΑΦΟΥ ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ,ΑΦΟΥ Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΙΛΟΤΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΓΙΝΕ!
ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΒΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗ ΕΥΓΝΟΜΩΝΟΥΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΟΛΙΣ ΣΤΑ 16 ΤΗΣ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΠΩΣ Η ΖΩΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΣΤΑ 18 ΚΑΙ ΝΑ ΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ ΚΑΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ Η ΚΟΥΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΖΩΗ ΠΟΥ… ΣΕ ΟΛΗ ΣΟΥ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ…
ΜΕ ΘΛΙΨΗ ΜΑΘΑΙΝΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΥ ΑΓΚΑΛΙΑ ΚΟΙΜΟΝΤΟΥΣΑΝ ΜΕ ΤΑ ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ ΤΟΥΣ ,ΕΧΟΝΤΑΣ ΟΝΕΙΡΕΥΤΕΙ ΑΛΛΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΑΛΛΗ ΤΕΛΙΚΑ…
ΕΝΩ Η ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΑΦΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ,ΣΤΑ 35 ΤΗΣ ΕΚΑΝΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΞΕ ΕΝΕΡΓΟ ΜΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΣ ΤΗΝ ΖΩΗ.
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΙΟ ΕΞΥΠΝΗ ΟΥΤΕ ΠΙΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΟΥΣ…ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ…ΚΑΤΑΚΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ ΤΗΣ ,ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕ ΜΕ ΕΝΑΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΠΕΤΡΕΨΕ ΝΑ ‘’ΑΝΘΙΣΕΙ’’ ΚΑΙ ΝΑ ΟΜΟΡΦΥΝΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΞΩ…
ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΦΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΕΙ ,ΑΥΤΗ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΟΝΟ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ…
ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΑΚΙ Η ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΣΤΑ 86 ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ ,ΕΝΙΩΘΕ ΠΙΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΠΟΤΕ… ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΣΥΜΒΑΝ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΥΧΑΙΟ. Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟ ΣΤΑ ΟΣΤΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΖΩΗΣ ΤΗΝ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΕΙ ΩΣΤΕ ΠΑΝΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ,ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ,ΜΟΝΟ ΜΕ ΜΙΑ ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΡΟΣΜΟΝΗ…
ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕ ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΤΩΝ 16 ΤΗΣ ΧΡΟΝΩΝ…ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ ,ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ.
ΑΚΟΥΜΠΗΣΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΠΙΣΩ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΠΡΙΝ Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΝΑ ΠΕΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ…Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗ ΗΤΑΝ ΠΩΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΑΞΙΔΙ Ο ΠΙΛΟΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ Η ΙΔΙΑ ΜΑ Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ….
ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΠΑΡΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ…
Παρασκευή 26 Απριλίου 2013
Που είσαι Ελλάδα μου; - Αγαθή Αγγελάκη
Ήρθε το τέλος ή το τέλος του τέλους και η αρχή της αρχής;Πολιορκούμαι καθημερινά από ειδήσεις που μεμονωμένα με οδηγούν εύστοχα τόσο στην μια όσο και στην άλλη άποψη.
Και να ΄μαι στη μέση.
Βομβαρδισμένη από παντού,τόσο αισιόδοξη όσο και απαισιόδοξη.Με αποσυντονίζουν οι τίτλοι των ειδήσεων,οι δηλώσεις των πολιτικών,οι εικόνες φρίκης της Αθήνας,οι εικόνες μιας Ελλάδας που χαμογελά κάτω από το φως του ήλου...
Τη μια, φορώ την εθνική μου ενδυμασία κουρελιασμένη και κουκκίδα δακρυσμένη γίνομαι στον πλανήτη.Μα την άλλη ,την φοράω και λάμπω τόσο που όλη την υδρόγειο θαμπώνω με την ομορφιά μου.
Στριφογυρίζω ανήμπορη,ψάχνοντας την αλήθεια να βρω για να κρατηθώ.Ποιά είναι η Ελλάδα μου;Είναι αυτή των 400 ευρώ,των πεινασμένων,των άστεγων,των φτωχών;Ή είναι αυτή που είναι το κέντρο του κόσμου,με τον αμύθητο πλούτο στο υπέδαφός της που μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι και μου λέει να μην φοβάμαι;
Ποιά είναι η Ελλάδα μου;
Που είναι η Ελλάδα μου;
Την βλέπω να πρωταγωνιστεί παντού στον κόσμο ως πρωτοσέλιδο,το όνομά της ακούω καθημερινά σ΄όλες τις γλώσσες,η εικόνα της ξεπροβάλλει μπροστά μου παντού,μα... παρ΄όλα αυτά την ψάχνω και δεν την βρίσκω.
Χρόνια ολόκληρα την έβλεπα να καθρεφτίζεται στα μάτια των Ελλήνων με σεμνότητα και αξιοπρέπεια ,άκουγα να χτυπά η καρδιά της μέσα στην δικιά μουταπεινά μα περήφανα,μα τώρα την ψάχνω και δεν την βρίσκω.
Η Ελλάδα που φιγουράρει παντού δεν είναι η δική μου Ελλάδα.
Είναι η Ελλάδα των φλύαρων που αυθαίρετα οικειοποιήθηκε ο καθένας ένα κομμάτι της και το έντυσε με τις θεωρίες του ή το ξεγύμνωσε με τις αποκαλύψεις του.
Η Ελλάδα η δική μου κοιμάται...
Κι εγώ την ψάχνω για να την ξυπνήσω...
Απέναντί της να σταθώ και να την ρωτήσω αν μπορώ να κοιμηθώ μετά από τόσες νύχτες αγρύπνιας...Αν την σημαία της φορώντας ως ένδυμα ,ορθώνοντας το ανάστημά μου μπορώ να την σώσω...
ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ;
ΞΥΠΝΑ!
Πέμπτη 18 Απριλίου 2013
Πόνος στο σπίτι - Χριστόφορος Κάσδαγλης
Ανεργία είναι να σε διώξουν απ’ τη δουλειά σου και να μη βρεις σύντομα άλλη.
Ανεργία είναι να μπαινοβγαίνεις ένα και δύο και έξι μήνες στο ταμείο για να πάρεις το ψωροεπίδομα.
Ανεργία είναι να σε προσλαμβάνουν σε εποχιακές εργασίες, να σε απολύουν και να σε επαναπροσλαμβάνουν τον επόμενο χρόνο.
Ανεργία, κατά μείζονα λόγο, είναι να μένεις χωρίς δουλειά για δύο και τρία χρόνια, εκτός από κάτι ψευτομεροκάματα.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ανεργία είναι να επιστρέφει το παιδί σου απ’ το σχολείο, να σε βρίσκει στο σπίτι και να σε κοιτάει με μάτια γεμάτα απορία. Μήπως είσαι άρρωστος; Όχι δεν είσαι άρρωστος.
Πηγή: http://www.imerologioanergou.gr/details.php?aid=64
Απόσπασμα από το «Ανώνυμοι χρεοκοπημένοι»
Ανεργία είναι να μπαινοβγαίνεις ένα και δύο και έξι μήνες στο ταμείο για να πάρεις το ψωροεπίδομα.
Ανεργία είναι να σε προσλαμβάνουν σε εποχιακές εργασίες, να σε απολύουν και να σε επαναπροσλαμβάνουν τον επόμενο χρόνο.
Ανεργία, κατά μείζονα λόγο, είναι να μένεις χωρίς δουλειά για δύο και τρία χρόνια, εκτός από κάτι ψευτομεροκάματα.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ανεργία είναι να επιστρέφει το παιδί σου απ’ το σχολείο, να σε βρίσκει στο σπίτι και να σε κοιτάει με μάτια γεμάτα απορία. Μήπως είσαι άρρωστος; Όχι δεν είσαι άρρωστος.
Πηγή: http://www.imerologioanergou.gr/details.php?aid=64
Απόσπασμα από το «Ανώνυμοι χρεοκοπημένοι»
Κυριακή 24 Μαρτίου 2013
Όρφνη - Παναγιώτης Ξενάκης (από το βιβλίο «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!»)
Όρφνη
του
Παναγιώτη Ξενάκη
viglapublications@yahoo.gr
Από το λογοτεχνικό –
δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!»
(Απόσπασμα από τη σκηνή όπου ο ήρωας
βλέπει μπροστά του τον Θάνατο)
...Που είναι το υπόλοιπο πρόσωπο σου;;.. Πω-π-πως είσ’
έτσι; Με τι μοιάζεις;..
...γιατί δε μιλάς;.. πες κάτι...γιατί μόνο με
κοιτάζεις;..
γιατί δεν έχεις βλέφαρα και
κόρες;..
σαν πελώρια, μαύρα μαργαριτάρια είναι...
δυο σκοτεινές, αορίζοντες θάλασσες
μελανό ροδόβαμμα και μπλάβοι αντήλιοι σε νεφέλες,
φέγγουν στα
κρύσταλλα των πνιγηρών πελάγων
άγριοι άνεμοι σαν γοερές οιμωγές πνιγμένων,
σηκώνουν
ερεβεννά κύματα που φαρφουρίζουν και χάνονται
κρύο, βροχή κι αέρηδες και βύθη που ξερνιούνται
και χωνεύονται
σκούρα
βραχώδη περιγιάλια βαθύχροου κάλλους
μ’ έναν σαπρό κονιορτό στην ακροθαλασσιά
και μαβιά αρμυρίκια
κρωγμοί κουρούνας και σκελετωμένων γλάρων
που αναφτερουγιάζουν
και πετούν
Σκοτερός μόλος και μουράγιο με καΐκια φορτωμένα
Ένα κείμενο της Αγγελικής Ιωάννου...
Τα άστρα στον κατασκότεινο ουρανό έχουν πάψει να του λένε που βρίσκεται. Η σιωπή, του κραυγάζει την απουσία της. Τα όνειρα παραμένουν μακρινά και η ελπίδα στην άκρη του μυαλού σιγά, σιγά χάνεται και ξεθωριάζει. Η πυκνή ομίχλη, σκεπάζει τα μάτια του τα δακρυσμένα. Μαζεύει τα κομμάτια του ένα,ένα και με τη λιγοστή δύναμη που του απομένει τραβά το απόκρημνο, ανηφορικό μονοπάτι.. Που πάει? Που πηγαίνει ένας άνθρωπος τρεμάμενος, με την ψυχή να φτερουγάει και τα συναισθήματα να κοχλάζουν μέσα του? Μια βουβή μελωδία φέρνει στον νου την παλιά ανάμνηση κι ο χτύπος της καρδιάς βαραίνει, βαραίνει... Τότε που ο ήλιος άστραφτε κι ο ατέρμονος έρωτας γεννιόταν διαυγής στις ψυχές των πρωτόπειρων παιδιών. Το θρόισμα των φύλλων έφερνε μαζί του την άνοιξη και το ηλιοβασίλεμα. Τίποτα δεν θα τους χωρίσει πια.. Είναι οι μοίρες που από εκεί ψηλά απαιτούν την ένωση αυτών των ψυχών. Τα μάτια της, μια άγρια θάλασσα φουρτουνιασμένη τον καλούν να ταξιδέψουν σε τόπους μαγικούς, άγνωστους. Εκεί που κανένα όνειρο δεν πεθαίνει κι η ελπίδα μένει πάντα ζωντανή. Αχ, τα ρόδινα της μάγουλα όταν της έλεγε πως την αγαπά.. Το πρόσωπο έλαμπε και το ζοφερό χαμόγελο ζωγραφιζόταν στα χείλη της. Τι ευτυχία αληθινή.. Όταν ήταν μαζί, ο κόσμος γινόταν αλλιώτικος. Οι φωνές των παιδιών αντιλαλούσαν χαρούμενες! Η αγάπη χτυπούσε κάθε πόρτα και σκόρπιζε ευτυχία πρόθυμα. Και κάπως έτσι κυλούσε το δικό τους παραμύθι. Ένα από αυτά με τα μεγάλα, χρυσά, καλλωπισμένα εξώφυλλα. Αυτά με τις σατανικές μάγισσες, τις αφελείς νεράιδες, τους πρίγκιπες που συναντούν τις βασιλοπούλες και μένουν για πάντα μαζί στο κρυσταλλένιο κάστρο. Όμως τα παραμύθια είναι για παιδιά μονάχα. Στο τέλος μένουν για να υπενθυμίσουν πως το ''και 'ζήσαν αυτοί καλά'' δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Δυο χέρια ενωμένα, δυο καρδιές δοσμένες η μια στην άλλη, οδεύουν με βήματα αργά προς την κορύφωση της πιο γλυκιάς καταστροφής. Στο όνομα της αγάπης γίνονται τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα. Οι υποσχέσεις γίνονται ασταθείς και σπάνε. Ένα ένα τα βήματα και η διαδρομή τελειώνει. Ο χρόνος κυλά σαν αστραπή και ο άνθρωπος παραμένει απαθής και αδιάφορος, εγκλωβισμένος στην ψευδαίσθηση ότι είναι άτρωτος. Το ρολόι μετρά αντίστροφα. Μαζί του και οι στιγμές. Φτάνει μονάχα μια πικρή λέξη και δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν όσο τίποτα άλλο, γίνονται δυο άγνωστοι. Πόσο μεγάλη λέξη το ''αντιο''..? Πόσο πικρή.. Η καρδιά γεμίζει στάχτη και σπασμένα όνειρα. Το δάκρυ γίνεται συνήθεια. Και τι μένει? Ένα μισοτελειωμένο γράμμα, το άρωμα της κολόνιας και μια ευχή που ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα.. Κι η απουσία. Η πιο αστραφτερή παρουσία της στη ζωή του. Ο χρόνος κυλά. Σιγά,σιγά μαθαίνει να ζει με τις πληγές και τη φθαρμένη ανάμνηση.Έτσι, την ημέρα χαμογελά. Προσπαθεί να χαμογελά! Όμως όταν πέφτει το σκοτάδι κι ο ουρανός γίνεται γκρίζος η ψυχή μαυρίζει γιατί ακόμα θυμάται. Στέφει το πρόσωπο του ψηλά! Ρωτά και ξαναρωτά!Μα τα άστρα στον κατασκότεινο ουρανό έχουν πάψει να του λένε που βρίσκεται.. Φωνάζει! Την αναζητά! Με πάθος την αναζητά αλλά σιωπή, σιωπή... Πάλι αυτή η βουβή μελωδία αντηχά.. Λυγίζει.. Σηκώνει το ωχρό του πρόσωπο, παραμερίζει το χέρι από το μέτωπο και σκουπίζει το δάκρυ που κυλά στο ρόδινο μάγουλο. Μια αγκαλιά, ένα φιλί, ένα χάδι και η αυγή θα είναι πιο φωτεινή, γαλήνια.. Μαζεύει τα κομμάτια του ένα, ένα και με τη λιγοστή δύναμη που του απομένει τραβά το απόκρημνο, ανηφορικό μονοπάτι.. Πάει να την βρει....
Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013
Ο ΓΕΡΟ-ΛΑΔΑΣ... - ΑΓΑΘΗ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
Οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες του χθες,άλματα κάνουν μέσα από τις ασπρόμαυρες οθόνες, στο σήμερα για να ΄ρθουν...
Ο ''Αντωνάκης'' που πάντα έπαιρνε το καπελάκι του για να φύγει, μοιάζει με τον πιο αδύναμο κρίκο.Κλειστές όλες οι πόρτες γι΄ αυτόν,ζωγραφισμένες με εικόνες γυναικών που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, ζωγραφισμένες με εικόνες ανδρών φοβισμένων,μεταλλαγμένων,με λάβαρο το ξυραφάκι που έκλεψαν από το ασθενές φύλλο...
Ο "βρέχει φωτιά στη στράτα μου" ,κοινώς Κούρκουλος,ως πρότυπο ακεραιότητας και δικαιοσύνης,δυσκολεύεται επίσης να πρωταγωνιστήσει ως ιδέα...
Αποτυχημένα τα άλματά του,αφού κάθε φορά πέφτει πάνω σε κουστουμαρισμένους τύπους,με δερμάτινους χαρτοφύλακες και γυάλινα βλέμματα...Τύπους που τον κοιτάζουν απαξιωτικά,ενώ την επόμενη απάτη τους διαπραγματεύονται από το κινητό τους...
Αποτυχημένα τα άλματά του,αφού κάθε φορά πέφτει πάνω σε κουστουμαρισμένους τύπους,με δερμάτινους χαρτοφύλακες και γυάλινα βλέμματα...Τύπους που τον κοιτάζουν απαξιωτικά,ενώ την επόμενη απάτη τους διαπραγματεύονται από το κινητό τους...
Ο "μπαρμπα-Γιώργος" ,με τα δακρυσμένα μάτια ,την ευαίσθητη ψυχούλα και την αστείρευτη καλοσύνη του,δυσκολεύεται επίσης να βρει μια θέση σ΄αυτόν τον κόσμο...Μα όταν τα καταφέρνει ,είτε με μουστάκια,είτε χωρίς, λάμπει ολόκληρος...
Ενώ ο "γέρο -λαδάς"...
Έχει κατακτήσει το σήμερα χωρίς καμιά προσπάθεια...
Το βλέμμα του ,πιο κυνικό και φιλάργυρο από ποτέ,σε χιλιάδες μάτια έχει κατοικήσει.Μάτια φιδίσια ,παγωμένα,που ψάχνουν νυχθημερόν τα θύματά τους,τους οικονομικά αδύνατους,για να τους εξαθλιώσουν...
Ο "γέρο - λαδάς" ,είτε με το πρόσωπο μιας κυβέρνησης,μιας τράπεζας,ενός τοκογλύφου,ενός άσπλαχνου επιχειρηματία,ιδιοκτήτη ή ανθρώπου πρωταγωνιστεί όσο ποτέ.
Απολαμβάνει την εξουσία του,τρίβοντας τα χέρια του από χαρά, βλέποντας τις καταθέσεις του και τους τίτλους ιδιοκτησίας του να αυξάνονται...
Ονειρεύεται - αφήνοντας το σατανικό χαμόγελό του να ξαπλώσει στο πρόσωπό του- το 2050 που θα απεικονίζει την Ελληνική πραγματικότητα του σήμερα, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί και να κλέβει την παράσταση...
Έχει κατακτήσει το σήμερα χωρίς καμιά προσπάθεια...
Το βλέμμα του ,πιο κυνικό και φιλάργυρο από ποτέ,σε χιλιάδες μάτια έχει κατοικήσει.Μάτια φιδίσια ,παγωμένα,που ψάχνουν νυχθημερόν τα θύματά τους,τους οικονομικά αδύνατους,για να τους εξαθλιώσουν...
Ο "γέρο - λαδάς" ,είτε με το πρόσωπο μιας κυβέρνησης,μιας τράπεζας,ενός τοκογλύφου,ενός άσπλαχνου επιχειρηματία,ιδιοκτήτη ή ανθρώπου πρωταγωνιστεί όσο ποτέ.
Απολαμβάνει την εξουσία του,τρίβοντας τα χέρια του από χαρά, βλέποντας τις καταθέσεις του και τους τίτλους ιδιοκτησίας του να αυξάνονται...
Ονειρεύεται - αφήνοντας το σατανικό χαμόγελό του να ξαπλώσει στο πρόσωπό του- το 2050 που θα απεικονίζει την Ελληνική πραγματικότητα του σήμερα, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί και να κλέβει την παράσταση...
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013
Ο μικρός οπλίτης - Νίκος Λυγερός
Η ορειχάλκινη ασπίδα ήταν πολύ βαριά για τον μικρό οπλίτη.
Την εξέτασε με περιέργεια.
Αναρωτιόταν πώς θα τον προστάτευε.
Αφού δεν μπορούσε ούτε καν να την σηκώσει.
Ξαφνικά εκείνη τη στιγμή άκουσε μια κραυγή!
Φοβήθηκε.
Αλλά δεν το έδειξε.
Τότε ακολούθησε ένας θόρυβος.
Ένα δόρυ ερχόταν καταπάνω του.
Γρήγορα σήκωσε την ασπίδα δίχως να σκεφτεί το βάρος.
Ίσα ίσα που πρόλαβε να προστατευτεί.
− Μπράβο μαθητή.
Ήξερε αυτή τη φωνή αλλά δεν είπε τίποτα.
Συνέχισε να κρατά την ασπίδα του.
Τότε δέχτηκε ένα δεύτερο δόρυ.
Και πάλι η ασπίδα τον προστάτευσε.
− Δάσκαλε;
− Πες μου.
− Κατάλαβα το μάθημα.
− Τώρα ξέρεις ότι το βάρος της είναι η προστασία της.
− Κι αν ήταν ξύλινη;
− Θα ήσουν Πέρσης κι όχι Έλληνας.
− Και στη μάχη;
− Θα έχανες τη ζωή σου.
Ο μαθητής σηκώθηκε επιτέλους δίχως να αφήσει την ασπίδα.
Μόνο τότε ο δάσκαλός του, του έδωσε ένα σιδερένιο ξίφος.
Εκείνος φορούσε ήδη τη βαριά πανοπλία του και περικνημίδες.
Παντού ήταν λαβωμένη αλλά δεν την άλλαξε.
Την είχε ήδη στον Μαραθώνα.
− Έχω δικαίωμα τώρα;
− Ναι γιατί είσαι ζωντανός.
− Κι αν είχα πεθάνει δάσκαλε;
− Δεν θα ήσουν μαθητής μου.
− Μάλιστα, δάσκαλε.
− Το ξίφος κάνει τη διαφορά.
− Με το κοντό δόρυ.
− Ακριβώς και η διαφορά κάνει τη διαφορά.
− Και τώρα;
− Χτύπα με.
Ο μικρός οπλίτης παρέμεινε ακίνητος.
Δεν μπορούσε να χτυπήσει το δάσκαλό του.
Ακόμα κι αν ήταν αυτός που του το ζητούσε.
− Πρέπει να μάθεις.
− Μα δεν μπορώ.
− Τότε ούτε στη μάχη θα μπορέσεις.
− Θα είμαι δίπλα σας.
− Τότε δείξε μου την υπέρβαση που θα κάνεις.
Τότε ο μαθητής κατάλαβε ότι αν δε ακολουθούσε τον δάσκαλό του θα δείλιαζε μπροστά στον εχθρό.
Κι όταν σήκωσε το σιδερένιο ξίφος άρχισε το μάθημα του δασκάλου. Θα παρέμεναν ζωντανοί στην επόμενη μάχη.
Πηγή
Την εξέτασε με περιέργεια.
Αναρωτιόταν πώς θα τον προστάτευε.
Αφού δεν μπορούσε ούτε καν να την σηκώσει.
Ξαφνικά εκείνη τη στιγμή άκουσε μια κραυγή!
Φοβήθηκε.
Αλλά δεν το έδειξε.
Τότε ακολούθησε ένας θόρυβος.
Ένα δόρυ ερχόταν καταπάνω του.
Γρήγορα σήκωσε την ασπίδα δίχως να σκεφτεί το βάρος.
Ίσα ίσα που πρόλαβε να προστατευτεί.
− Μπράβο μαθητή.
Ήξερε αυτή τη φωνή αλλά δεν είπε τίποτα.
Συνέχισε να κρατά την ασπίδα του.
Τότε δέχτηκε ένα δεύτερο δόρυ.
Και πάλι η ασπίδα τον προστάτευσε.
− Δάσκαλε;
− Πες μου.
− Κατάλαβα το μάθημα.
− Τώρα ξέρεις ότι το βάρος της είναι η προστασία της.
− Κι αν ήταν ξύλινη;
− Θα ήσουν Πέρσης κι όχι Έλληνας.
− Και στη μάχη;
− Θα έχανες τη ζωή σου.
Ο μαθητής σηκώθηκε επιτέλους δίχως να αφήσει την ασπίδα.
Μόνο τότε ο δάσκαλός του, του έδωσε ένα σιδερένιο ξίφος.
Εκείνος φορούσε ήδη τη βαριά πανοπλία του και περικνημίδες.
Παντού ήταν λαβωμένη αλλά δεν την άλλαξε.
Την είχε ήδη στον Μαραθώνα.
− Έχω δικαίωμα τώρα;
− Ναι γιατί είσαι ζωντανός.
− Κι αν είχα πεθάνει δάσκαλε;
− Δεν θα ήσουν μαθητής μου.
− Μάλιστα, δάσκαλε.
− Το ξίφος κάνει τη διαφορά.
− Με το κοντό δόρυ.
− Ακριβώς και η διαφορά κάνει τη διαφορά.
− Και τώρα;
− Χτύπα με.
Ο μικρός οπλίτης παρέμεινε ακίνητος.
Δεν μπορούσε να χτυπήσει το δάσκαλό του.
Ακόμα κι αν ήταν αυτός που του το ζητούσε.
− Πρέπει να μάθεις.
− Μα δεν μπορώ.
− Τότε ούτε στη μάχη θα μπορέσεις.
− Θα είμαι δίπλα σας.
− Τότε δείξε μου την υπέρβαση που θα κάνεις.
Τότε ο μαθητής κατάλαβε ότι αν δε ακολουθούσε τον δάσκαλό του θα δείλιαζε μπροστά στον εχθρό.
Κι όταν σήκωσε το σιδερένιο ξίφος άρχισε το μάθημα του δασκάλου. Θα παρέμεναν ζωντανοί στην επόμενη μάχη.
Πηγή
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
Χάρτινα, πολύχρωμα αστέρια - Μαριλένα Παππά
Βράδυ Τετάρτης! Γενάρης.
Κοιτάω γύρω μου το χαμό από τα
τσαλακωμένα χαρτομάντηλα, το αφημένο θερμόμετρο και τα χάπια της
αντιβίωσης και σκέφτομαι τι θα βάλω σήμερα!
Όταν πρόκειται για θέματα καρδιάς, τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει!
Ξέρεις, νομίζω ότι το σώμα μας υποκινείται από την ανάγκη μας για αγκαλιές.
Είναι αυτή η ανάγκη που μας σηκώνει το
πρωί και μας αναγκάζει να μένουμε ξύπνιοι ως το βράδυ, είναι η ίδια
ανάγκη που μας σηκώνει από το παρελθόν και μας πάει στο μέλλον.
Αψούυυυυυυ και βγαίνω από την πόρτα!
Χειμώνας μυρίζει στην ατμόσφαιρα που
ανακατεύεται με την κάπνα από τα καμμένα ξύλα. Σφίγγω καλά το παλτό μου
και κατευθύνομαι προς το αυτοκίνητό του. Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω
να του πω, αλλά τελικά όλα περικλείονται σε ένα «Γεια» κι ένα φιλί!
-Περίεργο δεν είναι που οι σημαντικότερες σκέψεις μας λέγονται με ένα «Γεια» κι ένα φιλί;
-Περίεργο δεν είναι που οι πιο ωραίες
στιγμές βρίσκονται κάπου ανάμεσα στα αστεία που καταλαβαίνετε μόνο εσείς
οι δύο, στα βιαστικά φιλιά των κόκκινων φαναριών και στο live του Τόλη
Βοσκόπουλου που παίζει στο αυτοκίνητο του καλού σου (ένας Θεός ξέρει πού
το ξέθαψε πάλι!!). Και δώστου εγώ να πετάω μία-μία τις κορώνες κάθε
φορά που ο τροβαδούρος αγαπούσε μία, μία μόνο μία!!!!!!
-Περίεργο δεν είναι που δύο απολύτως ξένοι καταφέρνουν και συναντιούνται μέσα σ' όλη αυτή την απέραντη φλυαρία του κόσμου;
-Περίεργο δεν είναι που δύο απολύτως ξένοι, καταφέρνουν να γίνονται τόσο γνωστοί;
Ξέρεις, όταν είσαι ερωτευμένος και μια βόλτα με το αυτοκίνητο αρκεί για να περάσεις τέλεια! Τι κι αν δε φτάναμε ποτέ στο "A liar man" στο Γκάζι! Δεν είχε καμιά σημασία για μένα.
Μπαίνουμε στο χώρο! Παρεΐστικος με λευκά
-ξύλινα τραπεζάκια, ανθρώπους που μιλούσαν, που γελούσαν, που
ερωτεύονταν. Με τάβλι και μπύρες, με χαλαρή μουσική, με παρέες, με
ζευγάρια, με κολλητές. Με 'μας.
Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στους
λευκούς τοίχους που χώριζαν το μαγαζί σε μικρά δωματιάκια κι
επικεντρώθηκε στα χάρτινα, πολύχρωμα αστεράκια που κρέμονταν από το
ταβάνι!
-Αααααα κοίτα, αγάπη μου, αστέρια! Σίγουρα θα γράψω κάτι γι' αυτό, του λέω (γι΄ αυτό και για το live του Τόλη!!)
Καθίσαμε στο πλάι σε ψηλά σκαμπουδάκια. Κρέμασα επιμελώς το μπουφάν του στα κρεμαστράκια από κάτω και τον αγκάλιασα.
(Ναι, το σώμα μας υποκινείται από την ανάγκη μας γι' αγκαλιές!)
Μπυρίτσα, κουβεντούλα και φυστίκωμα (τους ξηρούς καρπούς στο πλάι εννοώ!)
-Δεν ήθελα τίποτα άλλο για χθες-
Η σερβιτόρα κατέφτασε με μία κανάτα από νερό.
-Την τελευταία σταγόνα να μου βάλεις, να καλοπαντρευτώ της λέω και κοιτάζω τον καλό μου με νόημα!
-Περίμενε, μου λέει! Επιστρέφω!
Κι αφού γύρισε όλο το μαγαζί και
βεβαιώθηκε ότι κανείς δε θα διψούσε για το υπόλοιπο της βραδιάς,
επέστρεψε με την τελευταία σταγόνα για 'μένα!!
Γελάσαμε και οι τρεις και κάτω από τα χάρτινα αστέρια στο Γκάζι, ο ουρανός μου φάνταζε πιο όμορφος από ποτέ!
Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ- Ένα πεζό κείμενο του Κώστα Καρυωτάκη
Δημοσιεύτηκε
στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Τέχνη", Γ' , 8-9, Αύγουστος-Σεπτέμβριος
1929. Το χειρόγραφο σώζεται σήμερα στο αρχείο του Γ.Θ. Καρυωτάκη. Είναι
καθαρογραμμένο με μελάνι από τη μια όψη ενός φύλλου 31Χ21 εκ.
Θα
καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την
Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος
τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι
εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα,
υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες,
ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.
Όταν
έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα 'ναι γεμάτος από θεσπέσια
δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους
καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με
κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα
νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ'
αναπνέω το άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ' άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι....
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012
Η κατσαρίδα (με τα μάτια στο φεγγάρι) - Μαριλένα Παππά
Δεν ξέρω τι συμβαίνει γύρω μου αυτήν την
εβδομάδα, σα να φύσηξε ένας άνεμος αισιοδοξίας που ήρθε και σάρωσε όλες
τις καταστροφολογίες των δελτίων ειδήσεων και γκρέμισε πια το κλισέ της
οικονομικής κρίσης, την γκρίνια της Δευτέρας, τα κορναρίσματα και τα
βρισίδια της Κηφισίας, την αέναη κούραση που έχει γίνει πια ένα με το
κορμί μου και ξαφνικά όλοι έχουν να μου πουν τα δικά τους νέα κι όχι
αυτά της Τρόικα!
Εδώ και πέντε μέρες ο κόσμος γύρω μου
ερωτεύεται, δεν μπορεί να ζήσει ο ένας χωρίς τον άλλον, μένει έγκυος στο
δεύτερο παιδάκι τους, γεννάει κοριτσάκια 4.200 κι εγώ ξεκίνησα και
πάλι να φλερτάρω ...με τη ζωή!
*ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά, το μόνο που χρειάζεσαι για να δεις καθαρά είναι το χαμόγελο...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









