Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Η εορτή του πατρός μου - Εμμανουήλ Ροΐδης

Την ερχομένην Πέμπτην είναι η εορτή του Aγ. Iωάννου και του πατρός μου. Δεν υπάρχει κίνδυνος να το λησμονήσω, αφού η μητέρα μου μού το ενθυμίζει δέκα φορές τουλάχιστον την ημέραν, με κάποιον μάλιστα θυμόν, ευρίσκουσα ότι δεν με συγκινεί όσον έπρεπε η αγγελία ότι ο πατήρ μου λέγεται Iωάννης.
H αλήθεια είναι ότι τον πατέρα μου τον σέβομαι και κάπως τον φοβούμαι, διότι είναι άνθρωπος σοβαρός, ολιγόλογος και δεν μου δίνει πολύ θάρρος, δύσκολον όμως μου είναι να θεωρήσω ως μέγα κατόρθωμά του και το ότι ονομάζεται Γιάννης.
Oκτώ ημέρες προ της εορτής, με είπεν η μητέρα μου ότι ήτο καιρός να ετοιμάσω την προσφώνησίν μου. H διαταγή αυτή ηύξησε την στενοχωρίαν μου. Eύρισκα ότι ήτο όλως περιττόν και κάπως άνοστον να προσφωνήσω τον πατέρα μου, ενώ δεν είχα τίποτε νεότερον να του είπω. Έπειτα δεν ήξευρα και καλά πώς φέρονται οι προσφωνούντες. Έπρεπεν άρα να σταθώ εις δύο βημάτων απόστασιν, να υποκλιθώ και έπειτα ν’ αρχίσω την ανάγνωσιν της προσφωνήσεως, ή πρώτα να χώσω την μύτη μου, καλοσφουγγισμένην, εις τα κόκκινα γένια του πατρός μου; Εφοβούμην μήπως φανώ γελοίος και ακόμη περισσότερον μήπως εννοήσει πόσον γελοίαν εύρισκα την τελετήν.
Διά να γίνουν τα πράγματα με τάξιν, ηθέλησεν η μητέρα μου να κάμομεν προγυμνάσεις και δοκιμάς, απαράλλακτα καθώς εις το θέατρον. Η απαγγελία μου δεν την ευχαρίστησε διόλου, διά τον λόγον ότι έλειπεν από αυτήν η απαιτουμένη δόσις συγκινήσεως. Απεφάσισε λοιπόν ότι καλύτερο θα ήτο να προσφέρω την προσφώνησίν μου έγγραφον και μαζί με αυτήν μίαν γάστραν ανθέων.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Το μπαλόνι της ευτυχίας - Ελένη Τομπέα (Word Chimes)


Ήταν απόγευμα όταν φούσκωσε ξανά το μπαλόνι της ευτυχίας τους. Στρογγυλό και γυαλιστερό αλλά όχι με την γνωστή τάση να σηκώνεται και να ξεφεύγει από τα χέρια με πορεία κατευθείαν στο ταβάνι. Σαν εγκλώβιζε τον αέρα των πνευμόνων τους, πήγαινε δεξιά και αριστερά, χτυπούσε από τον ένα τοίχο στον άλλο με μια αργή διαδικασία σαν να ήθελε να βγει από αυτόν τον χώρο που του εμπόδιζε το ταξίδι.

Όσο βρίσκονταν εκεί, όλο και μεγάλωνε και έπαιρνε σχεδόν απειλητικές διαστάσεις γεμίζοντας από κάθε ανάσα, από κάθε αναστεναγμό. Και έμοιαζε να έχει τόση δύναμη, χωρίς να φοβάται να συσσωρεύσει λίγο ακόμη συναίσθημα μήπως και στο τέλος σκάσει από την πίεση. 

Όχι δεν κινδύνευε από αυτό. Είχε μάθει πια την αποστολή του και "δούλευε" χωρίς φόβο μα με πολύ πάθος τις μέρες εκείνες που ζούσε την υπόσταση του σαν μπαλόνι. Ήθελε να φουσκώνει όλο και περισσότερο, ήθελε να χτυπάει πορεύοντας νωχελικά στους τοίχους και να βγάζει έναν ήχο μιας ιδέας από γρατζούνισμα για να δηλώνει την ύπαρξη του.

Το μόνο που φοβόταν ήταν το επαναλαμβανόμενο τέλος. Κάθε φορά, άδειαζε και ξεφούσκωνε με έναν γρήγορο, καθόλου παρήγορο τρόπο, αφήνοντας εκείνες τις στιγμές ένα άλλο είδος ήχου, έναν συριστικό, όπως βγάζουν δυο χείλη για να επιβάλλουν τη σιωπή. Και ήταν αυτή τη σιωπή που φοβόταν, αυτή τη δύσκολη στιγμή του τέλους μιας πράξης που θα ήθελε να αποφύγει. 

Κάποιες φορές σκεφτόταν να το σκάσει πριν καν το πάρουν χαμπάρι. Να γλυστρίσει μουλωχτά μέσα από το μισάνοιχτο παράθυρο ενώ βρισκόταν δίπλα. Ήξερε τότε πως θα ήταν ελεύθερο για το ταξίδι του, όμως κάθε φορά επέστρεφε πίσω και συνέχιζε να κινείται μέσα στους τέσσερις εκείνους τοίχους. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα χέρι να το οδηγήσει στην ελευθερία, να το κρατά νοερά για να μη φοβάται τον κόσμο έξω από εκείνο το δωμάτιο που έμαθε να ζει. Μόνο τότε θα είχε την ευκαιρία, αλλιώς το ταξίδι του σαν δραπέτης θα ήταν μισερό. 

Ίσως για αυτό να συνέχιζε να υπάρχει και να φουσκώνει ακόμα. Ένα μπαλόνι με περιορισμούς μοιάζει να έχει μεγαλύτερο χρόνο ζωής, γλυτώνοντας από τις κακοτοπιές και από τις σκληρές επιφάνειες που θα το εξουδετέρωναν μια και έξω. Γι'αυτό σαν μπαλόνι δεν ήταν αχάριστο. Προτιμούσε να αδειάζει κάθε τόσο μα να σηκώνεται ξανά ψηλά, μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει, από το να ζήσει την ουτοπία του ελεύθερου αέρα, που ίσως να κρατούσε μόλις για λίγα λεπτά. 

Και όταν θα ερχόταν το πραγματικό τέλος, όταν δεν θα υπήρχαν πλέον ανάσες για να το φουσκώσουν και να του δώσουν το όμορφο στρογγυλό του σχήμα, δεν θα το καταλάβαινε...Θα ήταν σαν να έχει πέσει σε ένα βαθύ γλυκό ύπνο, χωρίς τον τρόμο ενός βίαιου, ξαφνικού θανάτου που κάνει δυνατό κρότο. Θα έπαυε να υπάρχει έτσι ήσυχα όπως είχε εμφανιστεί. 

Εκείνο το απόγευμα, το μπαλόνι του δωματίου πήγε και ήρθε αμέτρητες φορές πέρα δώθε και τελείωσε τις διαδρομές του με ευχαρίστηση για όλα αυτά που του επέτρεψαν να ζήσει αλλά και για αυτά που δεν είχαν σκοπό να του χαρίσουν.



Word Chimes
 
 
 
 
 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Μια μάχη που δεν πάρθηκε - Γιάννης Σκαρίμπας

Είχε μιά χαρά μες στην καρδιά του.

Τα σπίτια, οι δρόμοι, ούλα τού χαμογέλαγαν μες σ' εκείνο το περίγλυκο βραδάκι κι ως παγαίνοντας χώθηκε στα καλντερίμια, το πρόσωπο του –εκείνο το σεβάσμιο– πήρε αγάλι την ίδια παπαγαλίστικη κοψά πούπερνε πάντα σαν κρυφές χαρές τού κρούαν την καρδιά του.

Τότες χαμογέλαε μονάχος του. Πορπατούσε και χαίρονταν.

Ταχτοποιούσε τις ιδέες του κατά τη σειρά τής πάσα αξίας· κατά πώς παραδεχόμαστε –κ' είμαστε βέβαιοι– πως το οχτώ νικάει τα εφτά και το εφτά το έξη. Έτσι.

Και τώρα έτσι.

Χαμογέλαε. Μιά κρυφή χαρά, μιά έννοια γλυκιά ήταν που τούκρουε λαφρά τη θύρα, και γλυκιές αποθυμιές τ' αέριζε μέσα του και πόθους.

Κι άρχισε πάλι να τα βάζει σε τάξη ούλα τα πράματα, τις ιδέες του, τις γνώμες.

Πρώτα πρώτα τη Χριστίνα.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Ο Άραψ και η κάμηλος αυτού - Γεώργιος Βιζυηνός



Ήτο μια φορά ένας μυλωνάς, ο οποίος μετά το γεύμα απεσύρθη εις την σκηνήν του δια να κοιμηθή ολίγον. Αίφνης όμως αφυπνίσθη υπό της καμήλου του, η οποία ημιανοίξασα την θύραν, ήτις έκλειε την σκηνήν, του είπε: «Είναι πολύ κρύο εδώ έξω, αφεντικό· επίτρεψόν μοι να εμβάσω τουλάχιστον την μύτην μου εις την σκηνήν». Ο μυλωνάς, ο οποίος ήτο άνθρωπος φιλεύσπλαγχνος, δεν έφερεν αντίρρησιν, και η ρις της καμήλου έμεινεν εντός της σκηνής. «Ω πόσον ψυχρός είναι ο άνεμος», είπε μετ’ ολίγον η κάμηλος στενάζουσα· «άφες με, σε παρακαλώ, να εμβάσω ολίγον και τον λαιμόν μου».

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Τα σιγάρα του Τριανταφυλλίδου - Δημήτρης Χατζόπουλος



Θὰ συγκατένευε νὰ τὸν νυμφευθῇ ὑπὸ ἕνα τιποτένιον μέν, ἀλλὰ τόσον δύσκολον, καὶ διὰ τοὺς δύο ὅρον. Νὰ παύσῃ νὰ καπνίζῃ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ τὴν ἰδιοτροπίαν του ταύτην τὴν ἐνίσχυε περισσότερον ἡ … πενθερά του. Δι' αὐτήν, ἡ ἀποφορὰ τοῦ καπνοῦ − οὔφ! καλὲ τὶ ἀηδία − ἦτο μαρτύριον. Καὶ εὑρέθη ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἰς τὰ στενά· μανιώδης αὐτὸς καπνιστής, νὰ τοῦ ἐπιβληθῇ μία γυναῖκα, ἕνα κοριτσάκι, νὰ κόψῃ τὸ σιγάρο… Ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ, ἐνέδωκεν, ἔπαυσε νὰ καπνίζῃ καὶ ἐνυμφεύθησαν.
Μετὰ τὸ ἀπαραίτητον ταξεῖδι τοῦ γάμου, ὁ γαμβρὸς γεμάτος δροσιὰ καὶ ὑγείαν ἔφερεν εἰς τὸ σπίτι τῆς πενθερᾶς του πολὺ μελαγχολικὴν τὴν κόρην της. Καὶ ἡ μήτηρ μὲ πολὺ μεγάλην ἔκπληξίν της, ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ γαμβρός της καθ' ὅλον τὸ μακρὸν ταξεῖδι, ὑπῆρξε καλὸς καὶ εὔθυμος φίλος, ἀλλὰ τίποτε περισσότερον! Καὶ ἡ ἀτυχὴς κόρη ἦτο τόσον ὠχρὰ καὶ τόσον περίλυπος! Ἐξεμάνη ἡ πενθερὰ καὶ μετὰ τὸ γεῦμα εἰς μίαν γωνίαν τῆς αἰθούσης ἐπετίμησε ζωηρῶς τὸν γαμβρόν της. Ἐκεῖνος ὕψωσεν ἀδιαφόρως τοὺς ὤμους του, καὶ εἶπε μὲ στεναγμόν, παρακολουθῶν διὰ μελαγχολικοῦ βλέμματος τὰ πυκνὰ νέφη τοῦ καπνοῦ τῶν σιγάρων τῶν λοιπῶν συνδαιτυμόνων ποῦ ἔπνιγαν τὴν κομψὴν αἴθουσαν.
− Μὰ εἶνε δυνατόν! Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ὅποιος ἐκάπνιζε μιὰ φορὰ καὶ δὲν καπνίζει πλέον…
Κόρη καὶ μήτηρ τότε ἠναγκάσθησαν νὰ ἐνδώσουν. Ἡ δευτέρα μάλιστα ἐφώναξε τὸν ὑπηρέτην ἀμέσως:
− Πήγαινε, γρήγορα ἐδῶ στὸ καπνοπωλεῖο τοῦ Τριανταφυλλίδου, ὁδὸς Σταδίου, βιζαβὶ στοῦ Λουμπιὲ καὶ πάρε ἕνα μικρὸ πακετάκι σιγαρέττα.
Εἰς δύο ὥρας διήρκεσε ἡ μετὰ τὸ γεῦμα μικρὰ συναναστροφή, ὁ γαμβρὸς ἐξέκαμε καὶ τὰ 12 ἀρωματώδη σιγαρέττα τοῦ πακέτου ὑπομειδιῶν εὐφροσύνως.
Τὴν ἑπομένην ἦτο περασμένο μεσημέρι ἤδη − ἡ πενθερά του ἐναγωνίως ἀνέμενε τὴν ἀφύπνισιν τοῦ νεαροῦ ζεύγους. Ἦλθον τέλος εἰς τὴν τράπεζαν. Πόσον τώρα ἦτο ὠχρὸς ἐκεῖνος, καὶ πόσον ἦτο ροδαλὴ αὕτη. Εἰς μίαν στιγμήν, μήτηρ καὶ κόρη συνεννοήθησαν, καὶ ἡ πενθερὰ ἀνέπνευσεν εἰς τὸ ψιθύρισμα τῆς κόρης της συνοδευόμενο ἀπὸ πονηρὸν χαμόγελον:
− Μαμᾶ, εἶχε δίκαιον ὁ καϋμένος ὁ ἀνδρούλης μου. Ἄχ, τὶ λαμπρὰ σιγάρα!
Καὶ ἡ πενθερὰ τότε πρὸς τὸν ὑπηρέτην χαμηλόνουσα τὴν φωνήν.
− Παιδί, πήγαινε γρήγορα στὸ καπνοπωλεῖο τοῦ Τριανταφυλλίδου βιζαβὶ στοῦ Λουμπιὲ καὶ πάρε δύο μεγάλα πακέτα σιγαρέττα, ἀπὸ τὰ ἴδια ποῦ πήρατε χθὲς, ἕνα γιὰ τὸν κύριον καὶ ἕνα γιὰ… τὸν πενθερόν του!






Πηγή

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Ζητεῖται Ἐλπίς - Ἀντώνης Σαμαράκης

Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.

Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.

Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.

Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.


«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.

Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...

Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Bαγγέλης Pαπτόπουλος Ο τρομοκράτης

Tο διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα TA NEA το καλοκαίρι του 1999 και δεν περιλαμβάνεται σε κανένα βιβλίο του Bαγγέλη Pαπτόπουλου.

Eίχε δώσει την υπόσχεση στον εαυτό του. Tην πρώτη φορά που κάτι θα πήγαινε στραβά σε κάποια επιχείρηση, να τα παρατήσει. Ήξερε πώς ακουγόταν κάτι τέτοιο. Kαθαρή μεταφυσική. Nα πιστεύεις σε οιωνούς και γρουσουζιά, να είσαι προληπτικός σαν φοβισμένη γυναικούλα. Για ένα τέρας ορθολογισμού όπως ο ίδιος, ήταν εξωφρενικό. Nά που συνέβαινε όμως. Mέσα του ήταν πεπεισμένος ότι με το πρώτο σοβαρό λάθος, με την πρώτη μεγάλη ατυχία, θα άρχιζε να ξηλώνεται το ύφασμα. Tην επόμενη φορά μπορεί να τον έπιαναν ή, ακόμα χειρότερα, να τον σκότωναν. Ίσως έφταιγε η παρανομία. Oι ακραία συνομωτικές συνθήκες, στις οποίες ζούσε από τότε που είχε οργανωθεί στους «Eπαναστατικούς Πυρήνες». Tο να κρύβεις μια ολόκληρη πλευρά της ύπαρξής σου στο σκοτάδι, ήταν το κατάλληλο έδαφος για να ανθίσουν μέσα στο κεφάλι σου διάφορα παράξενα λουλούδια.

Eφημερίδες και τηλεόραση διέδιδαν την άποψη ότι σε οργανώσεις σαν τη δική τους επικρατούσε ένα είδος νόμου του αίματος. Ότι, δηλαδή, ήταν αδύνατον να τα εγκαταλείψεις, από τη στιγμή που θα γινόσουν μέλος και μετά, αφού σε συνέδεαν πια φονικές πράξεις με τους υπόλοιπους συντρόφους σου. Δημοσιογράφοι και κοινό μπέρδευαν τις επαναστατικές ομάδες ένοπλης δράσης με τη μαφία, ήταν πολύ απλό. Kαι φαντάζονταν ότι υπήρχε κάτι σαν την περίφημη «ομερτά» κι εδώ, όπου εάν αποκάλυπτες ποτέ σου το παραμικρό σε έβγαζαν οι ίδιοι οι συναγωνιστές σου από τη μέση. Tο μυαλό των μαζών είχε γίνει πουρές από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου, που τους έκαναν οι Aμερικανοί. Kυρίως μέσα από τις χολυγουντιανές ταινίες.

Nαι, ο Pωμανός είχε δώσει την υπόσχεση στον εαυτό του. Kαι την κράτησε.

H επιχείρηση εναντίον του Kρανιωτάκη, του Xαράλαμπου Kρανιωτάκη, του ιδιοκτήτη της «333 Xρηματιστηριακής», είχε γίνει στις 28 Iανουαρίου 2000. Δυο μέρες αργότερα, ο Pωμανός βρισκόταν ήδη εδώ, μακριά, και τηλεφωνούσε στον σύνδεσμό του με την οργάνωση. Στον Mίνωα, όπως ήταν το συνθηματικό τού συντρόφου του. Tου είχε πει μια μόνο λέξη («έσπασα») και ο άλλος είχε καταλάβει. Aλλά στο τέλος είχε χάσει τον έλεγχο, τον είχε πιάσει κρίση συναισθηματισμού κι είχε αρχίσει να παραληρεί: «Δεν αντέχω άλλο, ρε συ, Mίνωα. Έχω απογοητευτεί, δεν πιστεύω ότι θα καταφέρουμε τίποτα. Aλλά... εσύ μη μ' ακούς! Για μένα μιλάω. Για το άτομό μου».

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Ανδρέας Καρκαβίτσας Ναυάγια (Λόγια της πλώρης)

Μόλις αράξαμε στη Στένη, ο καπετάν Ξυρίχης πήρε τη βάρκα κι έτρεξε στο τηλεγραφείο. Δυο ημέρες τώρα δεν ήβρεσκε ησυχία. Τριάντα μίλια έξω από το Μπουγάζι αντάμωσε τον «Αρχάγγελο», το μπάρκο του, που ήταν μέσα κυβερνήτης και γραμματικός τα δυο του αδέρφια. Δεν πρόφτασαν να καλοχαιρετηθούν, να ειπούν για το φορτίο και το ναύλο τους και τους χώρισε ο χιονιάς. Κατόρθωσε τέλος να ορθοπλωρίσει το δικό μας και ολάκερο ημερονύχτι θαλασσοδαρθήκαμε στ' ανοιχτά. Μα όταν μπήκε στο Βόσπορο, ρώτησε όλους τους βαρκάρηδες, τους πιλότους, ακόμη τους κουμπάρους και τις κουμπάρες· αλλά τίποτε δεν έμαθε για τον «Αρχάγγελο». Τι να έγινε; Φυλάχτηκε πουθενά; Πρόφτασε να ορθοπλωρίσει κι εκείνος ή έπεσε απάνω στους βράχους; Κι αν τσακίστηκε το μπάρκο, σώθηκαν τουλάχιστον τ' αδέρφια του; Όλο τέτοια συλλογίζεται κι έχει συγνεφωμένο το μέτωπο, τρέμουλο έχει στην καρδιά.
'Οταν έφτασε στο τηλεγραφείο, ξέχασε μια στιγμή τον πόνο του εμπρός στον πόνο των αλλωνών. Κάτω στην αυλή, απάνω στις σαρακωμένες σκάλες και παραπάνω στ' ασάρωτα πατώματα κόσμος σαν αυτόν ανήσυχος· γυναίκες, άντρες, παιδιά πρόσμεναν να μάθουν από το σύρμα την τύχη των δικών τους. Κι εκείνο σώριαζε με την ταρναριστή φωνή του ακατάπαυστα θλίψη. Ονόμαζε πνιγμούς, μετρούσε θανάτους, έλεγε ναυάγια, περιουσίας χαμούς, συνέπαιρνε χαρές κι ελπίδες σαν δρόλαπας. Και κάθε λίγο απάνω στα πατώματα, στις σκάλες κάτω και παρακάτω στην αυλή θρήνοι α-κούονταν, κορμιά έπεφταν λιπόθυμα, φωτιά κυλούσε το δάκρυ.
Ο καπετάν Ξυρίχης δε μπορούσε να υποφέρει περισσότερο το βάσανο. Βιαζότανε να μάθει και τη δική του μοίρα. Έσπρωξε τον κόσμο ζερβόδεξα, ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά, έφτασε με κόπο στη θυρίδα και ρώτησε με ολότρεμη φωνή:
- Για τον «Αρχάγγελο»... το μπάρκο... μην ακούσατε τίποτα;
- Τίποτα· του απαντά ξερά ο τηλεγραφητής.
- Τίποτα! πώς είναι δυνατόν; ξαναρωτάει. «Αρχάγγελο» το λεν έχει φιγούρα δέλφινα... έχει στο μεσανό κατάρτι κόφα. Σπετσιώτικο χτίσιμο.
Και κολλάει περίεργα τα μάτια στου υπαλλήλου το πρόσωπο, αυτιάζεται τους κρότους που βγάζει ξερούς, συγκρατητούς, σαν δοντοχτύπημα κρυωμένου, η μηχανή. Τα σωθικά του λαχταρούν, φεύγουν τα σανίδια από τα πόδια του- έτοιμος να λιποθυμήσει. Μα δεν την παρατά τη θέση του. Τέλος σηκώνει εκείνος τα μάτια, τον καλοκοιτάζει μια στιγμή και λέει με φωνή αδιάφορη:
- Ναι ...«Αρχάγγελος». Χάθηκε στο τάδε μέρος της Ρούμελης. Κόπηκε στα δυο· η πρύμνη του ρίχτηκε στους βράχους με δυο παιδιά μέσα... Τα παιδιά είναι ζωντανά.
- Ζωντανά! Αναστυλώνεται ο καπετάνιος στα πόδια του.
- Τα ονόματα; λέει με φωνή σαν χάδι· δεν μπορούμε τάχα να μάθουμε τα ονόματα;

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Αργύρης Εφταλιώτης Χαρά ανίκητη


Το είχε στο αίμα του ο γέρο Τραντάφυλλος να μη δαμάζεται από πίκρες. Η λαχτάρα, η ελπίδα, κι η δύναμη της χαράς γλυκοσπαρταρούσανε μέσα του πάντα. Τον έβλεπες κι έλεγες· να άνθρωπος που του αξίζει να ζει. Όχι γέλιο, όχι χαμόγελο, μικρό τρεμούλιασμα μονάχα στα χείλη του έσωνε να σε καταπείσει πως ήταν η ψυχή του περιβόλι από την Πρόνοια ορισμένο να θρέφει της χαράς τα λουλούδια.
Κι ωστόσο, καθώς όλα του κόσμου αλλιώτικα, έτσι κι η τύχη του χρυσόκαρδου εκείνου ανθρώπου. Μια σειρά φουρτούνες και συφορές η ζωή του. Ξενιτεύτηκε κι αυτός νιος καθώς οι πιότεροι του φτωχικού του νησιού. Σ’ ένα ξερονήσι ποιος να πρωτοζήσει! Έκαμνε κάθε αγόρι της προκοπής το σταυρό του και τράβαγε κατά την «Ανατολή». Καλλιφορνία ήταν τότες η Ανατολή.
Πέρασε εκεί κακορρίζικα χρόνια· κακορρίζικα με το να πλάκωσαν άξαφνα δύστροποι χρόνοι. Και σα να μην έσωναν οι κακές οι σοδιές, βρέθηκε να είναι τότες κι οι «Ζεϊμπέκοι» στη δόξα τους, και να πάρουν απάνω τους δεν μπορούσαν οι ξενιτεμένοι οι νησιώτες. Ο δικός μας ωστόσο, τ’ αυτί του δεν ίδρωνε. Όχι πως δεν τον έμελε· άλλο δεν ονειρεύουνταν παρά να γυρίσει κι αυτός με σαβούρα· μα οι αναποδιές εκείνες που άλλοι τις έπαιρναν κατάκαρδα, και μόνο που χεροτέρευαν την κακοτυχιά τους, ο Τραντάφυλλος τις είχε παιδιακίσια φυσήματα σε μεγάλη γαλήνη.
Σαν καλός έμπορος, τη ζωή του την περνούσε ανάμεσα σε σακούλια ρύζι και βαρέλια τριμμένη ζάχαρη. Κι αν καλοκάθιζε κάποτες, ήτανε για να γράψει στους δικούς του. Στην κάμαρα του απάνω από το μαγαζί ποτές δεν ανέβαινε, παρά για να κοιμηθεί.
Αυτή ήταν η ζωή του χρόνια πολλά. Ζωή που μπορούσε την ψυχή του ανθρώπου να την καταντήσει λυχνάρι μισόσβεστο, άγραφη πλάκα να τον κάμει το νου, θρύμματα την καρδιά, καράβι καθισμένο τον άνθρωπο. Ο Τραντάφυλλος όμως όχι· αυτός έλπιζε πάντα πως θα τόνε χαρεί τον κόσμο, κι ελπίζοντας τη χαίρουνταν τη ζωή του.
Βαριά, σκοτεινά, κι ατέλειωτα τα χρόνια εκείνα, κι ωστόσο περνούσαν.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Βοσταντζόγλου [Μποστ.] Χρύσανθος Το επάγγελμα της μητρός μου


Όταν η μητέρα μου, την ώρα που τρώγαμε, ανάγγειλε στον πατέρα μου ότι θα γίνη πόρνη, εκείνος, που ήταν παλαιών αρχών, θέλησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψη. Δεν το εύρισκε σωστό ν’ ακολουθήση αυτό το επάγγελμα.
     ― Γιατί ειδικώς θέλεις ν’ ακολουθήσης αυτό το επάγγελμα και να γίνης πόρνη; την ρώτησε με καλωσύνη, σκουπίζοντας το στόμα του με την πετσέτα.
     ― Για να κερδίσω χρήματα και να είμαι αυτάρκης. Δεν θέλω συνεχώς να σου ζητώ χρήματα, είπε, βάζοντας λίγη σούπα στα πιάτα μας.
     O πατέρας μου έμεινε για λίγο σκεπτικός. Mετά της είπε:
     ― Oι προθέσεις σου, βεβαίως, είναι αγαθές και η επιθυμία σου να συμβάλλης με το κατά δύναμιν, με συγκινεί αφαντάστως. Aλλά είσαι τόσον βεβαία ότι με τον κλάδον τον οποίον θα ακολουθήσης, θα κερδίσης αρκετά;
     H μητέρα μου ετίναξεν υπερήφανα το κεφάλι προς τα πίσω όπως το συνήθιζεν και απήντησε.
     ― Nαι, το πιστεύω. Eίμαι υπερβεβαία ότι θα κερδίσω.
     Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του. Ήξερα ότι ήταν ρεαλιστής και δεν επείθετο εύκολα.
     ― Tότε, ημπορείς να μου αναφέρης μερικά ονόματα γυναικών αι οποίαι να επλούτισαν με αυτό το επάγγελμα; Kαι εάν μου αναφέρης και κατορθώσης να με πείσης, τότε εγώ ο ίδιος, υπόσχομαι να σε βοηθήσω και να σου δώσω τα αρχικά κεφάλαια, ώστε να θέσης τας βάσεις μιας αποδοτικής εργασίας.
     Tην ώρα που ο μπαμπάς μασούσε, η μαμά τού ανέφερε μερικά ονόματα γνωστών της κυριών.
     ― Oρίστε, συμπλήρωσε. Aυτές πώς κερδίζουν χρήματα;
     O πατέρας μου την κοίταξε μειδιώντας συγκαταβατικά. Έπειτα έβγαλε τα γυαλιά του, τα ύγρανε κι άρχισε να τα καθαρίζη με αργές κινήσεις.
     ― Mα, αγαπητή μου, γιατί ομιλείς σαν παιδί; Aυτές έχουν γνωριμίες που τις καλλιεργούν εδώ και 20 χρόνια. Δεν νομίζω ότι θα έχης τας επιτυχίας αυτών. Aυταί επεδόθησαν από μικράς ηλικίας, κατέχουν το επάγγελμα καλώς κι έχουν αποκτήσει πείραν και ειδικότητα. Δεν ημπορείς εσύ εις την ηλικίαν των 45 ετών να κάνης καρριέραν. Πολύ φοβούμαι, ότι δεν σταθμίζης καλώς τα πράγματα και οι κόποι σου θα αποβούν επί ματαίω…
     ― Tουλάχιστον, θα έχω την ικανοποίησιν ότι δοκίμασα.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Λάσκαρης Π. Ζαράρης Ο ήρωας νικά


Ένας νέος συγγραφέας  σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα κέντριζε το ενδιαφέρον των αναγνωστών του. Έτσι βάλθηκε να «σκαρώσει» μια ιστορία, εκμεταλλευόμενος κάποιους πειραματισμούς. Ανακάλυψε έναν ήρωα όχι και τόσο συμπαθητικό, παρόμοιο μ’ εκείνους των κλασικών μυθιστορημάτων και τον περιστοίχισε με σύγχρονες ιδέες.
   Ο ήρωας του θα έπρεπε να μην είναι καθόλου όμορφος, να έχει αρκετά ελαττώματα και πάθη, προικισμένος από τη φύση του με χαρακτήρα ευέξαπτο. Μια τύχη τσιγκούνα θα τον ακολουθούσε παντού στην καθημερινή του ζωή.
   Σε μία ιστορία μικρή ο ήρωας, σκοτεινός και μελαγχολικός, άρχισε να νιώθει πιεσμένος, κι εξοργισμένος καταφέρθηκε εναντίον του συγγραφέα μέσα από τις βιαστικές σειρές και τις λέξεις που χοροπηδούσαν απειλητικά τριγύρω του.
   -Άκουσε να σου πω! Να με βγάλεις απ’ αυτή την πλοκή…Και σύντομα κιόλας!
   Ο συγγραφέας, ξαφνιασμένος από την εναντίωση του ήρωά του, έψαχνε για πρόχειρες δικαιολογίες:
   -Μα κοίταξε, ο ρόλος σου θα είναι σπουδαίος εκεί. Θα σε βάλω ν’ αποκτήσεις τεράστιες γνώσεις και πως με την εκδήλωση των παθών σου έγινε η αφορμή ν’ ανακαλύψεις έναν κρυμμένο, πλούσιο εσωτερικό κόσμο που αγνοούσες μέχρι σήμερα.
   -Ψυχαναλυτικές ανοησίες! Αν πράγματι ενδιαφέρεσαι για μένα, μην με αφήνεις έκθετο σ’ αυτή την ιστορία που σχεδιάζεις. Μετέφερε με σε άλλη, καλύτερη. Θα προτιμούσα τη μορφή ενός μυθιστορήματος-ποταμού.
   Ο συγγραφέας, γεμάτος αβεβαιότητα, ψιθύρισε:
   -Δεν ξέρω…αρκετά δύσκολο εγχείρημα μου φαίνεται…
   Ο ήρωας κάγχασε:

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας Ο ΒΟΪΔΑΓΓΕΛΟΣ


Όσα αστεράκια έχ' ο ουρανός τόσες φορές την είχε φιλημένη· και μιά φορά την έκαμε δικιά του, καταδικιά του.
Έτσι 'να βράδυ την είχε πλανέψει –σχεδόν τη μάγεψε– και την έσυρε μαζί του ως τους ίσκιους, πούχε στο περιγιάλι το σούρουπο απλωμένους.
Αυτός που τον σιχαίνονταν ο κόσμος και κοίμιζαν οι μάνες τα παιδιά με τη φοβέρα του, αυτός ο ασκημάνθρωπος, πούχε σαν του βοδιού μιά φάτσα, αυτός ο στραβοκάνης, ο αλλοίθωρος, που όταν σε θώραε κοίταες πλάι σου να διείς ποιόνα κοιτάζει, αυτός που φαίνονταν πάντα σαν να γέλαε – κι ας έκλαιε μέσα του η ψυχή του– αυτός, ναι αυτός, την είχε σύρει ως τα βούρλα, και κει πλάι στο κύμα τήνα ξάπλωσε στα βότσαλα, στις αρμυρήθρες – πα στα φύκια...
Καθώς γιαλό γιαλό, αυτήνα γύριζε 'να βράδυ σπίτι της, την πέτυχε.
Είχε ανασκουμπωμένα τα βρακιά του ως τα γόνατα και τα μανίκια του πουκάμισου αναστραμμένα έως τους ώμους.
Ούλη μέρα ψάχνοντας την ακροθαλασσά και τις κοτρώνες, είχε συλλέξει μες στο δίχτυ του κάνα δυό καβουρομάνες και οχταπόδια, ένα μεγάλο κοκωβιό και μύδια διάφορα. Και όπως έσκυβε πάνω στη θάλασσα, τα λογδιά των μαλλιών του τον τύφλωναν, κ' η φάτσα του –εκείνη η βλάκικη– κατά πώς υπόφερνε ψαχουλεύοντας το βυθό με τις πατούσες, φαίνονταν σαν να γέλαε. Ένα γέλιο Θεέ μου ηλίθιο και αδιάντροπο.
Όχι γιατί στ' αληθινά αυτός γέλαε, παρά γιατί έτσι ήταν το μούτρο του χυμένο –σχεδόν σταματημένο– πάνω σ' αυτό το σκέδιο.
Λες κ' είχε ξεραθεί πάνω στο γέλιο του !
Λες και τον γέννησ' έτσι –κατά πώς ήταν τώρα– η μάνα του!
Αφού φαίνονταν τα κοφτερά τόξα των δοντιών του και τα χείλια του τού ήταν σκισμένα ως τ' αφτιά... Μπα που κακοχρονάχε τέτοιο τέρατο !
Αφού τα μάτια του έλαμπαν – σαν πως όταν γελάμε μ' ούλη την καρδιά μας. Μπα που να μην έσωνε ο χαλές!
Λοιπόν δε γέλαε;
Όχι! Μήτ' έκλαιγε. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξευρε καλά καλά μήτε πώς γελάνε, μήτε πώς κλαίνε.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Ελένη Θεοχάρη-Περράκη Το γλυκό


Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο.
  Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές.
  Η Σουβλίτσα δεν φοβάται τίποτα. Κι έτσι μπορεί να τον πειράζει με όλα αυτά. Όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, ο μπαρμπα-Μυτούσης στήνει πάντοτε αυτί. Μόλις καθίσει και φορέσει τα γυαλιά του για να διαβάσει την εφημερίδα, κάτι θα γίνει, ένας κρότος, κάποια φασαρία. Πρέπει να σηκωθεί και να τρέξει να δει τι συμβαίνει… Νά! όπως τώρα. Τι θόρυβος είν’ αυτός; Από ποια μεριά έρχεται; Από την κουζίνα; Ίσως να ’ναι η γάτα… Όχι! Τώρα νιαούριζε στην αυλή. Ο μπαρμπα-Μυτούσης είναι ανήσυχος. Περίεργο! Θα ’λεγε κανείς πως έπεσε το μισό σπίτι… Η πόρτα της κουζίνας κλειστή. Προσπάθησε να την ανοίξει.
  – Σουβλίτσα… φωνάζει. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας.
  – Μπαρμπούλη μου, δεν είναι κλειδωμένη. Στάσου… έπεσε το σκαμνί στην πόρτα, γι’ αυτό δεν ανοίγει. Μπλέχτηκα πάλι.
  Μα πώς να μην μπλεχτεί. Τίποτε όρθιο δεν είχε μείνει στην κουζίνα.
  Ο μπαρμπα-Μυτούσης μισάνοιξε την πόρτα και κοίταζε.
  Η Σουβλίτσα έτριβε μια το γόνατό της και μια τον αγκώνα της.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Ναπολέων Λαπαθιώτης Tα μαραμένα μάτια



O Nαπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888 και απεβίωσε το 1944. Tο διήγημα «Tα μαραμένα μάτια» περιλαμβάνεται στη συλλογή του Θωμά Γκόρπα «Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα», εκδόσεις Σίσυφος 1981 (τόμος B' 1909-1950).


Oτι είχε γυρίσει ο Λόχος απ' το γυμνάσιο... Mέσ' το μουντό και βαρύ σπίτι που προσωρινά ήταν καμωμένο στρατώνας (πέρα, στα Iππικά, κατά το Πολύγωνο), καθώς έπεφταν τα σκοτάδια του χυνοπωρινού δειλινού που όσο πάαινε και φυλλορροούσε, ανακατωμένα σουρσίματα ποδιών, φτυσιές, φαντάροι όπλα, βλαστήμια, το Σταυρό σου, και πού και πού μίαν αυστηρή τραχεία φωνή λοχία, ένα «Σιωπή» ή ένα «E! Σκασμός» να δεσπόζη μεσ' το πολυτάραχο κι' αποκανωμένο ανθρωπομάζωμα.

Aπ' το πρωί, πηχτά σύγνεφα σκόνης είχαν σκωθεί μπρος στο Πολύγωνο και χορεύανε τρελούς χορούς... Tα βλέπαμε να σεργιανάνε, μουγγά και πελώρια, σα βασιληάδες, ερχόμενα μακρυάθε, απ' τα Mεσόγεια, Kύρος οίδεν από ποιους κάμπους Aττικούς, και να κρύφτουν το γέρμα του ήλιου και τις πορφύρες των βασιλεμάτων με τις βρώμες τους και με τις κιτρινάδες τους. Tα μάτια στραβωνόντουσαν, και τα δόντια γιομίζαν χώματα.

Eίμαστε όλοι κλεισμένοι μεσ' το λόχο - θαρρώ επιφυλακή - και πηγαινοερχόμαστε άλαλοι κι ανίδεοι από θάλαμο σε θάλαμο, κερδισμένοι από το μυστήριο και τη θλίψη της ώρας, ένα χλωμό κοπάδι φυλακισμένοι, χωρίς αιτία, χωρίς οργή, μελαγχολικοί κ' υπάκουοι.

O λοχαγός σκυφτός απάνου σ' ένα σωρό αναφορές, υπόγραφε υπομονετικά και σιωπηλά, μέσ' το σκοτεινιασμένο γραφείο του σιτιστή, ακουμπισμένος απάνου στο πεζούλι του παραθυριού, καμμιά φορά έρριχνε ένα μακρύ βλέμμα κ' επισκοπούσεν όξω, την θολήν ανεμοζάλη...

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

O βιολιστής - Γεώργιου Δροσίνη


O Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε το 1859 και απεβίωσε το 1951. Tο διήγημα «O βιολιστής» δημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Tύπος» και εντοπίστηκε στο αρχείο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Mιχ. Xανούση.
Hταν ένας βιολιστής με παρδαλά ρούχα και με υψηλό σκούφο. Στο λαιμό του κρατούσε σφιγμένο το βιολί του και με τ' άλλο χέρι το δοξάρι. Kουρδιζόταν κι έπαιζε σαν αληθινός βιολιστής.

Kι όμως δεν ήταν αληθινός. Hταν από ξύλο. Aπό ένα πολύ σπάνιο όμως ξύλο: το ξύλο της Aγάπης. Tι είναι αυτό το ξύλο κι από τι δένδρο κόβεται δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως κάθε τι το καμωμένο από τέτοιο ξύλο μπορεί ν' αγαπήση σαν ζωντανός άνθρωπος.

O βιολιστής άμα ήρθε στον κόσμο ετυλίχθηκε μέσα σε χαρτί, εκλείσθηκε σε χονδρό κουτί κι εστάλη σ' ένα εμπορικό για να πουληθή σαν να ήταν σκλάβος ο κακόμοιρος.


Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Τα δυο σκέλεθρα - Ανδρέας Καρκαβίτσας



Με λένε Νικόλα· το παρανόμι μου είναι Βρίζας - Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο το άλογο, μα ήμουνα και γω μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.
- Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.
Και μου ’στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου.
Τώρα γέρασα - έτσι θα ειπεί καθένας σαν ιδεί το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάσει κανείς ό,τι αγα­πάει, άμα θάψει στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχει έν’ ακουμπιστήρι στον κόσμο... ναι… τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύει χαράμι.
Είπα πως έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ’ απίθωσα κοντά στη μάνα τους, την άμοιρη Γιαννούλα. Απ’ ώρα σ’ ώρα θα με απαντήσει ο Χάρος στο δρόμο του και μένα, θα με πάρει στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κάνεις πως ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είναι μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδια μπηγμένα στα μνήματα - σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχει δυο σκέλεθρα.
- Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.
Ακούστε, την ιστορία του.


Ήταν στα Εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογί­ζομαι και θλίβετ’ η καρδιά μου. Όση λύπη τράβηξα για τ’ άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. θα μου ειπείτε γιατί; Τ’ άλλα δεν ήταν παιδιά σου: Δεν είναι όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είναι άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα - που να είχε το ξέραμε! - είμαστε η αιτία να μη χαρεί τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από το ’να και η τύχη της η κακή από τ’ άλλο.
Αν εμείς δε φερνόμαστ’ έτσι μπορεί και να ζούσε ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ’ ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παππούλη! παππούλη! Και γω θα γλίτωνα από πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα στο μνήμα. Αχ! στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβησε σαν το κερί.
Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι; Αν είναι να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πως όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμει άλλος, θα το γυρίσουμε αποδώ, θα το παίζουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν είναι καλό πράμα. Απάνω σ’ αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πως αν έπαιρν’ άλλη θα ’παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου: Δάκρυα μονάχα. Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το ποτάμι (από τη συλλογή Ζητείται ελπίς) - Αντώνης Σαμαράκης


Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.

Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.

Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.

Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.

Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ένας αλχημιστής - Παύλος Νιρβάνας

Ἕνας φτωχὸς διάβολος ἐνεφανίσθη μίαν ἡμέραν εἰς κἄποιο γραφεῖον κομίζων ὅλα τὰ ρίγη τοῦ χειμῶνος. Ἕνα κουρελιασμένο πουκάμισο ἐξετέλει ἐπὶ τῆς θλιβερᾶς του ὑπάρξεως καθήκοντα γελέκου, σακκακιοῦ καὶ παλτοῦ ταὐτοχρόνως.
− Δὲ ζητάω ἐλεημοσύνη, κύριοι. Κανένα παληὸ παλτὸ ἂν ἔχετε νὰ μὲ οἰκονομήσετε − εἶπε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ γραφείου − θὰ κάνετε μεγάλο μυστήριο. Βγῆκα ἀπ' τὸ νοσοκομεῖο, δὲν μπορῶ νὰ ἐργασθῶ καὶ θὰ ξαναπουντιάσω ἀπ' τὸ κρῦο.
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ γραφείου, στοὺς ὁποίους εἶχαν μεταδοθῇ τὰ ρίγη τοῦ φτωχοῦ διαβόλου, ἐκυττάχθηκαν, μὲ συγκίνησιν, ἀναζητοῦντες μίαν λύσιν τοῦ τραγικοῦ προβλήματος. Ἐπὶ τέλους, κἄποιος ἀπ' αὐτοὺς πρόεβη εἰς τὴν φιλάνθρωπον χειρονομίαν....
− Πέρασε τὸ μεσημέρι ἀπὸ τὸ σπίτι − εἶπε στὸν τουρτουρίζοντα ἀλήτην, δίνοντάς του τὴν ὁδὸν καὶ τὸν ἀριθμὸν − νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ ἕνα παλτό. Δὲν τώχω γιὰ πέταμα ἀκόμα, ἀλλὰ σὲ λυπᾶμαι, κακομοίρη.
Ὁ φτωχὸς διάβολος ὑπεδέχθη τὴν χειρονομίαν μὲ εὐχὰς καὶ εὐλογίας καὶ οἱ συνάδελφοι τοῦ δωρητοῦ δὲν εὕρισκαν λέξεις νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν ἐπιδοκιμασίαν των.
− Αὐτὸ εἶνε ψυχικό! Ἔσωσες ἕναν ἄνθρωπον…


Ἂς ἀκούσωμεν τώρα τὴν συνέχειαν ἀπὸ τὸν εὐγενῆ φιλάνθρωπον.
− Λοιπόν, κύριοι, προχθὲς μ' ἐκεῖνο τὸ τρομερὸ κρῦο, εἶδα αὐτὸν τὸν κατεργάρη, στὸν ὁποῖον εἶχα χαρίσει ἕνα παλτό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ ὑπηρετήσῃ ἀξιόλογα μερικοὺς μῆνας ἀκόμα, τὸν εἶδα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μιὰ ταβέρνα…
− Τὶ σημαίνει; τοῦ εἴπαμε. Ἐπειδὴ τοῦ χάρισες ἕνα παλτό, εἶχες τὴν ἀξίωσιν νὰ παραιτηθῇ κάθε ἄλλης παρηγορίας εἰς τὸν κόσμον αὐτόν;
− Δὲν εἶχα τὴν ἀξίωσιν αὐτήν… μᾶς ἐξήγησεν. Ἀλλὰ τὸν εἶδα νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὴν ταβέρνα, χωρὶς παλτό. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
− Καὶ τί ἔγινε τὸ παλτό;
− Μετεμορφώθη εἰς κρασί. Ἁπλούστατα ὁ φοβερὸς αὐτὸς ἀλχημιστὴς εἶχε τὴν τέχνην νὰ μετουσιώνῃ τὰ παλτὰ εἰς κρασί. Διότι, ὅπως ἔμαθα ἀργότερα, τρεῖς ἄλλοι φιλάνθρωποι τὸν εἶχαν ἐφοδιάσῃ τὴς ἡμέρες ἐκείνες μὲ παλτά. Καὶ ποιὸς ξέρει πόσοι ἄλλοι ἀκόμα.
− Καὶ μετουσιώθησαν ὅλα εἰς κρασί;
− Ὅλα! Μὲ τὴν συνεργασίαν, ἐννοεῖται, τῶν παλιατζήδων. Φυσικά, ὅταν τὸν εἶδα νὰ τουρτουρίζῃ πάλι, δὲν μπόρεσα νὰ κρατηθῶ. Τὸν ἐκάλεσα καὶ τοῦ ἔδωκα νὰ καταλάβῃ ὅτι εἶνε ἕνας παλῃάνθρωπος, ἀνάξιος νὰ τὸν λυπηθῇ κανείς. «Τί τὤκανες τὸ παλτό;» τὸν ἠρώτησα μὲ μόλις συγκρατουμένην ἀγανάκτησιν. Καὶ τὶ νομίζετε πῶς μοῦ ἀπήντησε; −«Τὸ φοράω…». «Δὲ ντρέπεσαι νὰ λὲς ἀκόμα, πῶς τὸ φορᾶς;» τοῦ λέω. Καὶ τὶ μοῦ λέει; − «Τὸ φοράω ἀπὸ μέσα. Ἄλλοι, βλέπετε, φοροῦν τὸ παλτό τους ἀπόξω καὶ ἄλλοι ἀπὸ μέσα. Ὁ σκοπὸς εἶνε νὰ ζεσταθῇ κανείς…». Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ ἀπάντησίς του;
− Πολὺ λογικὴ καὶ πολὺ εἰλικρινὴς …, τοῦ εἴπαμε. Ἔτσι ἢ ἀλλιῶς τὸ παλτό σου ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του. Θὰ ἦτο ἀσυγχώρητος ὁ φτωχὸς αὐτὸς διάβολος, ἂν ἀντὶ νὰ μετουσιώνῃ τὰ παλτὰ τῶν φιλανθρώπων εἰς οἶνον τὰ μετουσίωνεν εἰς ὕδωρ.





Πηγή

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Άνθρωποι - χωριά - Αγαθή Αγγελάκη

Υπάρχουν άνθρωποι χαμένοι σε διαμερίσματα
σε μεγαλουπόλεις , σε αχανείς λεωφόρους.
Υπάρχουν κι άλλοι που γίνονται ιδέες 
γίνονται πίνακες ζωγραφικής , γίνονται χωριά!
Χωριά που σκαρφαλώνουν σε ψηλά βουνά
σαν κάποιος να τα πήρε αγκαλιά, να τα ανέβασε ψηλά.
Χωριά που το επίσημο όνομά τους συγκινεί μόνο το GPS
και το αληθινό τους αυτούς που τα αγάπησαν...
Χωριά που σε καλοσωρίζουν πρώτοι
αυτοί που ''έφυγαν''.
Μπαίνοντας στο χωριό
βλέπεις τον ''Στάλιν" να ανεβαίνει
κρατώντας το τσιγάρο στο χέρι του.
Πιο πάνω η ''Μαντζίκω"
σε κοιτά χαμογελαστή πίσω από την καγκελόπορτα
κουνώντας σου το χέρι.
Συνεχίζεις...
Το παλιό καφενείο του Χαλμούκη 
σε περιμένει γεμάτο κόσμο.
Το ίδιο και του κυρ-Νίκου.
Πρώτη διακρίνεις την ''Χαλμούκω"
με την σπιρτόζικη γλώσσα
παρέα με την ''Χασκαροκώσταινα και την ''Πλαρνοκώσταινα''
με την ''Σαμαντονίκαινα '' και την ''Κουρλαλέξαινα''
με την ''Τσαρχαντώνενα'' και την ''Κουρλαλάκενα''
με την ''Στριμπιρογιαννούλα'' και την ''Μαυρέλω''
με την '' Μπουρμπούλω '' και την ''Χασκροκώσταινα''
με την ''Χαρλαμποκώσταινα '' και την ''Γιανκοκώσταινα''
με την '''Τζουροβασίλνα'' και την ''Ντούτσαινα''
με την ''Καλτσανού'' και την ''Σαμαντογιώργαινα''...
Καθισμένες στο πεζούλι 
παρατεταγμένες με τα μαύρα τους μαντήλια
κρύβουν όσες πίσω τους κάθονται.
Αυτές οι γυναίκες , οι μανάδες 
που τίποτα ποτέ δεν είχαν δικό τους 
ούτε καν το όνομά τους...
Δούλες και κυρές αιώνιες 
των αφεντάδων των αντρών τους...
Ανέστησαν παιδιά 
που γράφουν σήμερα δικιά τους ιστορία
κρατώντας πινέλα ζωγραφικής και στυλό πολυτελείας 
στα απαίδευτα χέρια τους.
Δεν την γράφουν σκαλίζοντας την στάχτη στη φωτιά
ούτε πάνω σε πέτρινες πλάκες.
Αυτές τις γυναίκες βλέπεις
τους αφανείς ήρωες
που δεν τους αποδόθηκε ποτέ καμία τιμή
δεν εκφωνήθηκε κανένας λόγος
για την επίτευξη του ακατόρθωτου στόχου τους.
Τις ακούς στα πεζούλια 
πότε παραπονεμένα , πότε νοσταλγικά
να διηγούνται τις ζωές τους σαν παραμύθια να ΄ναι...
Ακούς πως κουβαλούσαν τα παιδιά τους σε αυτοσχέδια μάρσιπο
που σαρμανίτσες αποκαλούσαν
πως περπατούσαν 20 και 40 χιλιόμετρα για να ανταλλάξουν αυγά με αλεύρι
πως μαγείρευαν και έψηναν ανάβοντας φωτιά στο φούρνο,
πως καλλιεργούσαν κήπους και χωράφια
πως τίποτα έτοιμο δεν αγόραζαν.
Ακούς πως κουβαλούσαν ξύλα στην πλάτη
και τα παιδιά τους στην αγκαλιά,
έπλεναν με ''αλυσίβα '' τα ρούχα στο ποτάμι
δούλευαν από την Ανατολή μέχρι αργά την νύχτα
ταγμένα ρομπότ σε διατεταγμένη αιώνια υπηρεσία για την επιβίωση.
Έκαναν το δέρμα των γουρουνιών παπούτσια
έκαναν την καρδιά τους πέτρα για να αντέχει την σωματική και λεκτική κακοποίηση
έχοντας με αρχέγονο φερμουάρ 
--φερμένο ποιος ξέρει από που--
κλειστό το στόμα τους.
Χλευάζονταν οι χήρες
μαζί και τα ορφανά τους
τσουνάμι αφανέρωτο ο λυγμός τους
αφού ποτέ δεν φάνηκε.
Έδεναν τις δεκαρούλες τους 
σε κόμπους στα μαντήλια , 
έδεναν τα όνειρά τους
σε κόμπο με τις κοτσίδες τους 
μη τύχει και μιλήσουν...
Αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους 
αμούστακα αγόρια και άγουρα κορίτσια
που φευγαν για να ζήσουν
αντί για εισητήρια τους έδιναν τις προσευχές τους
τα τάματα και τις ευχές τους...
Γεμάτα τα πεζούλια από τις γιαγιάδες 
που θαρρείς πως έτσι γεννηθήκαν
γεμάτα τα καφενεία από τους παππούδες
που τα ονόματά τους ήδη ξέρουμε ...
Κάθονται όλοι μαζί
και έρχονται άλλοι τόσοι
ο ''Γιαννάρας '' και ο ''Καπρής''
ο ''Μπαρμπαγιάννης'' με την φωτογραφική μηχανή
κι ο ''Μουστάκας'' ο γραμματικός
ο ''Φρουσνογιώργος'' ο αγροφύλακας
ο ''Παπαγιάννης '' και ο ''Σοφός''
ο ''Χατζής'' κι ο ''Πλαρνός''
ο ''Κεφάλας '' κι ο ''Τζουλοδήμος''.
Πίνοντας το καφεδάκι τους 
ή το κρύο ουζάκι τους
χαμένοι σε μια παρτίδα δηλωτής,
σε μια συζήτηση πολιτικής
ή κοινωνικής κριτικής,
φέρνουν την μυρωδιά μιας άλλης εποχής.
Μιας εποχής σκληρής 
που δεν άφηνε ποτέ χώρο για συναισθηματισμούς 
ή εγωισμούς.
Μιας εποχής που δεμένους τους είχε 
σαν τα ζωα στο αλέτρι
για να δουλεύουν χωρίς σταματημό.
Χωρίς ζεστά παπλώματα
να τους σκεπάζουν το βράδυ,
χωρίς air-condition να τους δροσίζουν το καλοκαίρι
χωρίς την πολυτέλεια ενός ζεστού μπάνιου
χωρίς μια μάνα να κλαφτούν ή να χαιδευτούν...
Κι είναι όλοι αυτοί οι άντρες 
κι είναι όλες αυτές οι γυναίκες
φευγάτοι από καιρό
στο ταξίδι χωρίς γυρισμό
μα... είναι πάντα εδώ!
Γι αυτό το χωριό δεν έχει μόνο ''επίσημο'' όνομα 
μα έχει κι αληθινό...
Γιατί απ όπου περνάς
κάποιος ξεπροβάλλει για να σου πει μια ιστορία...
Σήμερα το χωριό μου το λένε ''Χριστίνα''.
Με είδε η γιαγιά μου φτάνοντας 
μου φώναξε όπως παλιά απ΄το παραθύρι...
''Γιατί δεν έβαλες ένα φορεματάκι 
γιατί δεν έπιασες τα μαλλιά σου να σε δει ο ήλιος;''.
Και μετά ονομάστηκε ''Αλέξης''
γιατί φάνηκε ο παππούς μου στην στροφή με το γαιδουράκι φορτωμένο
φωνάζοντας πως έχει ντομάτα και ψωμί ζυμωτό και τυρί
για να φάμε!
Και μετά ονομάστηκε ''Αγαθή''
γιατί η γιαγιά μου από το παγκάκι του σχολείου
με ρώτησε ''Ήρθες κουσούλι μ΄;''
Και μετά ακούστηκε το G P S .
Φτάσατε στο Αχλαδόκαστρο !

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Ο Μαμμελούκος - Μαρίνος Παπαδόπουλος Βρετός


Τίς τῶν ἐν Ἀθήναις δὲν ἐγνώρισε τὸν Ἀλάχ; ἄνδρα ἰσχνὸν, ξηρὸν καὶ μελάγχρουν, τεσσαρακοντούτη τὴν ἡλικίαν, μονήρη βίον διάγοντα ἐν πενιχρῷ τῆς Νεαπόλεως δωματίῳ, μόνον περιπατοῦντα, σκυθρωπὸν, κεκυφότα καὶ διὰ μονοσυλλάβων τραχειῶν λέξεων προσαγορεύοντα τοὺς ἐντυγχάνοντας;
Ὁ Ἀλὰχ ἦτο ὑπάλληλος ὑπουργείου τινὸς, διακρινόμενος διὰ τῆς παραδειγματικῆς ἀκριβείας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν αὑτοῦ καθηκόντων. Πρῶτος ἤρχετο καθ' ἑκάστην πρωΐαν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ τελευταῖος περὶ τὰς ἡλίου δυσμὰς ἀπεχώρει τῆς ἐργασίας. Καὶ οἱ μὲν προϊστάμενοι περὶ πολλοῦ ἐποιοῦντο αὐτόν, οἱ δὲ ὁμόβαθμοι καὶ οἱ ὑποκείμενοι ἐμίσουν. Ἰδίως οἱ κλητῆρες τοῦ ὑπουργείου ὡς μάστιγα αὐτὸν ἐθεώρουν καὶ ἐβδελύττοντο. Ἀπεκάλουν δ' αὐτὸν γρινιάρην καὶ ἐδράττοντο πάσης εὐκαιρίας, ὅπως ἐπιδείξωσι τὴν πρὸς αὐτὸν δυσμένειάν των.
Ὁ Ἀλὰχ φίλους δὲν εἶχε, τὸ δὲ γυναικεῖον φῦλον ἀπεστρέφετο. Τῆς μητρὸς στερηθεὶς νηπιόθεν, ἀνετράφη παρὰ θείου, ἀδελφοῦ τοῦ πατρός του, ὃν σπανίως ἔβλεπεν, ὡς διαμένοντα ἐν νήσῳ τινὶ τοῦ Αἰγαίου. Ἡ δὲ πρὸς τὸν πατέρα του ἀγάπη ἦτο λίαν συγκερασμένη, ὁμοιάζουσα μᾶλλον μὲ αἴσθημα κατωτέρου ὑπαλλήλου πρὸς προϊστάμενον.
- Ἔχει ἆράγε ψυχὴν ὁ Ἀλάχ; ἔλεγον οἱ ἐν τοῖς Χαφτείοις διαιτώμενοι εὔθυμοι συνάδελφοί του.
- Τὸ παχὺ καὶ ἐλαιόχρουν δέρμα του, τὸ ἄψυχον καὶ ὑελῶδες βλέμμα του, τί ἄλλο δύναται νὰ περικλείῃ, εἰμὴ καρδίαν ἀναίσθητον, καρδίαν μοχθηράν;
- Ἐὰν ἔχῃ καρδίαν μοχθηρὰν, εἶπέ τις τῶν περιεστώτων, δὲν εἶναι αὕτη καρδία ἀναίσθητος… καὶ ἡ μοχθηρία ἀπαιτεῖ αἴσθησιν… ἀνάγκη νὰ παθαίνηται ἡ ψυχὴ ὅπως ᾖ μοχθηρά…
- Ὁ Ἀλὰχ εἶναι ζωόφυτον… τρώγει, πίνει, κοιμᾶται, περιπατεῖ, τὸ αἷμα ἐν τῷ σώματί του ὀργᾷ, κινεῖται, σχηματίζει χυλὸν καὶ χολήν· ἀλλὰ πρὸ πάντων χολὴν καὶ δι' αὐτῆς ἰδίως τρέφεται τὸ ζωόφυτον τοῦτο, τὸ λεγόμενον Ἀλάχ…
Πάντες οἱ ἐν τοῖς Χαφτείοις ἐπεκρότησαν εἰς τοὺς λόγους τούτους. Ἐγένετο παραδεκτὸν ὅτι ὁ Ἀλὰχ ἦτο ζῶον ἀναίσθητον, τὸ ζ ω ό φ υ τ ο ν Ἀλάχ… Οὐδέποτε δάκρυ ἔβρεξε τοὺς ὀφθαλμούς του, οὐδέποτε μειδίαμα διηνέῳξε τὰ ἄδυτα τῆς καρδίας του· ἡ μελῳδικωτέρα καὶ ἁρμονικωτέρα μουσικὴ, ἡ συγκινητικωτέρα ποίησις, ἡ ἐνθουσιώδης φωνὴ τοῦ περιπαθεστάτου πολιτικοῦ ῥήτορος ἢ ἡ ἀπαγγελία τοῦ τραγικωτάτου ἢ κωμικωτάτου ἠθοποιοῦ, δὲν κατώρθωσάν ποτε νὰ ταράξωσι τὸ παχύδερμον τοῦτο ζωόφυτον. Καὶ αἱ ἄλλαι δὲ λεγόμεναι ὡραῖαι τέχναι, ζωγραφία, γλυπτικὴ, ἀρχιτεκτονικὴ, χορὸς, δὲν διήγειρον εἰς τὸν δυστυχῆ Ἀλὰχ τὰ κοινῶς εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους διεγειρόμενα ἡδέα αἰσθήματα. Πρὸς τὰς καλλονὰς δὲ τῆς φύσεως ὁ Ἀλὰχ ἐπίσης ἦτο ἀδιάφορος καὶ περιφρονητικῶς, ἐμειδία ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ τῶν θελξικαρδίων θεαμάτων τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, περὶ τῆς μαγευτικῆς πορείας τῆς πανσελήνου, περὶ τοῦ πανοράματος τῶν πεδιάδων καὶ τῶν ὀρέων, περὶ τῆς μεγαλοπρεπείας τῶν πυκνῶν δασῶν, περὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ ὠκεανοῦ καὶ τῶν θαλασσῶν… -ἐγέλα, ἐγέλα ὁ Ἀλάχ… ὤ! τὸν ἀναίσθητον… ἡ ἀφήγησις τῶν μεγάλων κατορθωμάτων τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, τῶν ἀνδραγαθιῶν τῶν κατὰ καιροὺς ἡρώων, τῶν ποικίλων περιπετειῶν τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, οὐδὲν εἶχον δι' αὐτὸν θέλγητρον… Τὸ πρωτόκολλον τοῦ ὑπουργείου ὡς μόνην ἐπιστήμην, ὡς μόνον βιβλίον ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἐθεώρει.