Μια Κυριακή των Βαΐων μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα την ώρα που η Σάντα Σοφία δε λα Πιεδάδ βρισκόταν στη λειτουργία και σήκωσαν την Ούρσουλα απ' το λαιμό και τους αστραγάλους.
"Καημένη γιαγιούλα", είπε η Αμαράντα Ούρσουλα, "πέθανε απ' τα γεράματα".
Η Ούρσουλα ξαφνιάστηκε.
"Είμαι ζωντανή!" είπε.
"Βλέπεις", είπε η Αμαράντα Ούρσουλα, συγκρατώντας τα γέλια της, "ούτε που αναπνέει".
"Μα μιλάω", φώναξε η Ούρσουλα.
"Ούτε που μιλάει", είπε ο Αουρελιάνο. "Πέθανε σαν τζιτζικάκι".
Τότε η Ούρσουλα υποτάχτηκε στο ολοφάνερο. "Θεέ μου" είπε χαμηλόφωνα. "Έτσι λοιπόν είναι ο θάνατος".
"Καημένη γιαγιούλα", είπε η Αμαράντα Ούρσουλα, "πέθανε απ' τα γεράματα".
Η Ούρσουλα ξαφνιάστηκε.
"Είμαι ζωντανή!" είπε.
"Βλέπεις", είπε η Αμαράντα Ούρσουλα, συγκρατώντας τα γέλια της, "ούτε που αναπνέει".
"Μα μιλάω", φώναξε η Ούρσουλα.
"Ούτε που μιλάει", είπε ο Αουρελιάνο. "Πέθανε σαν τζιτζικάκι".
Τότε η Ούρσουλα υποτάχτηκε στο ολοφάνερο. "Θεέ μου" είπε χαμηλόφωνα. "Έτσι λοιπόν είναι ο θάνατος".





