Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

"ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ "


 IV

Μυρτώ των φθινοπωρινών ξενοδοχείων
Οι κάμαρες δε βλέπουν τη βροχή.
Μόνο κοιτάζουν σ’ άδειες ντουλάπες
σ’ ένα λαβομάνο χωρίς σεμνοτυφία
σ’ έναν καθρέφτη που μετράει ρυτίδες
χωρίς πρόσωπο ένα πόδι γυμνό
σκοπεύει τα κλειστά παράθυρα
κι είναι βγαλμένα πάνω στο σεντόνι
ζαρτιέρες μάτια και στηθόδεσμος




VII
Γεννηθήκαμε ένα μεσημέρι του φθινοπώρου
για να γνωρίσουμε το σώμα μας
το πρόσωπο τα χέρια και το αίμα.

Όμως και πεθάναμε μια νύχτα
Γιατί ήταν φριχτό φριχτό φριχτό
Να δεις την όψη του θανάτου.

Αυτά όλα ήταν ανώφελα πια
δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν
δεν άγγιζαν και δε μιλούσαν.


(Από την ενότητα «Μυρτώ στη φθινοπωρινή λιακάδα»)









ΠΗΓΗ

ΑΝΕΒΑΣΜΑ - ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΝΙΤΣΑΣ


2000


ΑΝΕΒΑΣΜΑ

ΜΙΑ-ALLEI NAM PI  TZIANA  << TSIOUGARE KOY  ΑΓΓΕΙΡΕ’>>

ΜΙΑΛΙΝΑΜ ΠΙ ΤΖΙΑΝΑ <<ΤΣΙΟΥΓΓΑΡΙ ΚΟΥ ΑΓΓΕ΄Ι΄ΡΕ>>

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ<<ΤΣΟΥΓΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΓΡΙΕΛΙΕΣ>>

 

Λιγο ιδρωμενος,μεσα από τα πουρναρια

τις ασφακες και τις κάθε λογης σαυρες

εχοντας πισω μου τη αγωνια,το φοβο

και διπλα-διπλα σχεδον αγκαλιασμενο τον θανατο για να τον ανεβασω

ψηλα στο   ξεφωτο,να φυγει χωρις εμενα

τη αγωνια και με τον φοβο πισω του.                             

Εφτασα!!! ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΑΕΡΑΚΙ-εφυγε ο ιδρωτας.-

ΣΤΑΧΤΩΜΕΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ - ΗΛΙΑΣ Δ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Τα λεκιασμένα χιόνια μας τράνταξαν το μάνταλο εφέτος.
Στο ευρύχωρο πηγάδι της αυλής κατοικούν σκέψεις βαρυποινίτες
και πρώιμα τρυγημένες ρώγες, διάτρητες από αξεθύμαντο αλκοόλ,
που στα χυτήρια του ουρανίσκου του βορρά έσφυζε..
Αποστολή και ροή σιδηρά είχε το πυκνό ίζημα στα καταχείμωνα των διοικήσεων,
που κρατούσαν με σάρκινο τείχος μακριά τον ήλιο του αίματός τους.
Τα σταχτωμένα βήματα κοιτάζουν και δε βλέπουν τη διαίρεση του νου.
Στις αποθήκες οργασμός ακατέργαστου πρώτου προιόντος,
που στοιβαγμένο έπαιρνε εκείνο το βαλσαμωμένο χαμόγελο,
εμπρός στα παραλληλόγραμμα των αρχών.
Τους πόθους της νυκτός ξαγρύπνησαν χείλη πουλιά,
που λεύκαιναν καπνισμένα σύννεφα
και ήταν ακλάδευτα στις σφαίρες.
Έλεγαν να μην ψάχνουμε για καταφύγια,
αλλά για το πλάτεμα,
δαγκορουφώντας μέταλλο και ελαιόφυλλα,
τώρα,
τώρα που ο αργόσυρτος χρόνος περνά σαν συρμός από πανω μας,
μάζεψαν τα χείλη όλη τη θνητή γεύση από το σώμα μας,
ακόμη και από τους αρμούς του νου μας.
Και είπα κι εγώ να γίνω σώμα με φτερό,
να κρημνίσω την αποστεωμένη σκέψη
και να βαφτώ με την πολυχρωμία που μόλις αύγισε...
Στο τάνγκο των θλιμμένων,
το πηγμένο αίμα σαλεύει.








Πρώτο βραβείο ποίησης στους Πανελλήνιους ποιητικούς αγώνες στους Δελφούς

Μετασχηματισμός - Σωκράτους Δαιμόνιο (Δημήτρης Μούχας)

Κι αν θυμώνεις πάλι με τον εαυτό σου δέξου το και κάν' τον πόνο σου τραγούδι,
να δεις και αυτό θα σου περάσει
και θ' ανθίσεις σαν λουλούδι.

Μην καταστέλλεσαι, εκφράσου
μαύρα ας είναι τα όνειρά σου
παίχτα στον τοίχο λευτεριά,
πέτα τις σκέψεις στα θεριά.

Κι αν θέλεις να ξεχάσεις, φτάσου
γίνε το χρώμα που αγαπάς,
μάζεψε το σχήμα σου στον καμβά απάνω
φώναξε δυνατά '' Θέε μου να σαλπάρω ''.

Κι αν σου θυμώνεις ακόμα, ζήσε
πέτα το στυλό και ζήσε,
έρωτα βάλε στο μυαλό και χτίσε
ένα τέλειο μυστικό και χάσου,
κούνα τα άσπρα τα φτερά νάρθει η σειρά σου.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Ευχή - Μύρινα


Σα γλάρος πέτα ελεύθερα,

λευκός, μέσα στον ήλιο.

Φως ντύσου απ’ τις ακτίνες του,

και ζεστή την καρδιά σου ας κρατούν.

 

Σαν κατεβείς, στα κύματα

παίξε και καθρεφτίσου,

πάρε δροσιά απ’ τους αφρούς

στο πέλαγος που ανθούν.

 

Μοίραζε την αγάπη σου,

μικρός να είσαι ήλιος.

Με καλοσύνη ζέσταινε

κι’ όσους δε σ’ αγαπούν.

 

Κάτασπρο πάντα να κρατάς

το άρμα της ζωής σου

και οι κύκνοι του Απόλλωνα,

είθε να τ’ οδηγούν.

Κοράκια - Σωτήρης Αγαπάκης



Ήτανε καταγάλανος, καθάριος ο ουρανός

Μα πάλι τόσο γρήγορα μαύρισε πέρα ως πέρα

Κοράκια μαζευτήκανε σαν καταλάβαν πώς

Έχει τροφή τούτη η γης για ακόμα μιαν ημέρα

 

Τρέχοντας ,τα ακολούθησα να φτάσω όπου πάνε

Και τη μετέωρη καρδιά που λύγισε να σώσω

Ξάφνου σε τέσσερις μεριές αρχίσαν να σκορπάνε

Να μπερδευτώ κι όπως πολλοί κι εγώ να την προδώσω

 

Βγάζω απ την τσέπη κέρματα τα στρίβω στον αέρα

Νικάει στον διαγωνισμό η ευθεία μου πορεία

Τρέχω και βλέπω έναν παππού που κράταγε μια σφαίρα

Που από πιστόλι έφευγε, για την στερνή αμαρτία

 

Φωνάζω μη, μα οι λυγμοί που βγάζει το καλύπτουν

Το αίμα το μαύρο το στενό ξεκίνησε να βάφει

Ζητάω στους γύρω βοήθεια, μα με εγκαταλείπουν

Κανείς δεν ήθελε ποτέ κάτι γι αυτόν να μάθει

 

Το Καλοκαίρι - Β.Α.



Ήρθε πάλι καλοκαίρι

λάμπει  ουρανού τ' αστέρι

στου Ιούνη τα βραδάκια

τρέχουν παίζουν τα παιδάκια

 

τον Ιούλιο στην άμμο

ρίχνω ξάπλες κάστρο κάνω

και βουτάω για μπανάκι

τρώω καρπούζι πεπονάκι

 

και τον Αύγουστο σταφύλι

με αναμμένο το καντήλι

στη γλυκιά την Παναγία

για τ' Αυγούστου τη νηστεία

 

Καλοκαίρι ! Καλοκαίρι !

Του Θεού είσαι το χέρι

με λογιών λογιών καλούδια

και κυμάτου τα βλουγούδια.

Ξεκινώντας τη μέρα με Ουγκώ...

Η ευτυχία είναι καμιά φορά κρυμμένη μέσα στο άγνωστο.

Καλημέρα!


Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΌΥΛΙΩΤΗΣ - "ΘΥΜΑΣΑΙ;"

Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου
ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
ΤΟ  ΘΥΜΑΣΑΙ;

την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο
κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη..
νύχτες ταξιδεύαμε
στον ουρανό..
αστέρι και σταθμός
ΘΥΜΑΣΑΙ;

βρήκες το πιο μακρινό αστέρι
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λέυκα
να μείνουμε για πάντα εκεί
ΘΥΜΑΣΑΙ;

όταν σου έδινα πορτοκάλι
πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα
την πίναμε μισή μισή
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη
να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα
καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
ΘΥΜΑΣΑΙ;

θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;

Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…
κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο
που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι
και μια ζίνα
κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;

και σου μάθα να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγύ
τον ήλιο
τις αυπνίες
την παλίρροια
το σκούρο μπλε
τα θυμασαι όλα;

Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις
το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια
Κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας
ένας και πολλοί μαζί
Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ” ανταμώναμε ξανά;
Και σου “γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.

Μια φορά όμως που άργησες
πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις
Έμεινες μακριά
Και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…

Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη

Σε περιμένω…
ΕΛΑ
Θα μετρήσω ώς το δέκα ….








ΠΗΓΗ

"Καθυστερημένη αντίδραση" - ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΚΑΡΑΝΤΖΟΥΛΗ


Η ΕΡΤ δεν ήταν ανάμεσα στις πρώτες μου επιλογές όταν αποφάσιζα να ανοίγω το μαύρο κουτί της τηλεόρασης, που μάλλον περισσότερο διακοσμητικό ρόλο παίζει πλέον στο σαλόνι μου. Ούτε από τα χείλη των δημοσιογράφων της κρεμόμουν. Μάλλον ήμουν- είμαι κι εγώ στον κύκλο των ανθρώπων που δεν πιστεύουν, δεν περιμένουν και είναι καχύποπτοι για τα πάντα. Να, όμως, που κάθισα μέχρι και στο τελευταίο λεπτό, ήθελα να το δω με τα μάτια μου. Ήθελα να δω την εικόνα να μαυρίζει και τον ήχο να κόβεται. Δεν ήθελα να μου το πουν, ήθελα να το 'χω δει. Και να που κι εγώ ανατρίχιασα στο σβήσιμο αυτό. Να που κι εγώ μαύρισα μαζί με την εικόνα.
Σκέφτομαι πολλές φορές τι είναι προτιμότερο. Οι άνθρωποι να αντιδρούν μόνο όταν οι ίδιοι επηρεάζονται από τις εκάστοτε αποφάσεις ή να παραμένουν πάντα σιωπηλοί. Εγωκεντρισμός ή αδιαφορία, δηλαδή; Θα ‘ρθει και η σειρά μας, ό,τι κι αν είμαστε, όπου κι αν είμαστε. Αφού το ξέρουμε, γιατί κάθε φορά τόσο πολύ μας εντυπωσιάζει. Ένιωσα σήμερα μια Ελλάδα να στέκεται απέναντι από μια απόφαση κατάπληκτη. Γιατί; Γιατί οι Έλληνες δεν το περίμεναν; Αυτή η ερώτηση τριγυρνάει όλη μέρα σήμερα στο μυαλό μου… Δεν είχαν δείγματα ή, μήπως, ένα μεγάλο μέρος δεν το επέλεξε… Αλλά ακόμα κι έτσι να είναι. Γιατί μια τέτοια απόφαση από τους συγκεκριμένους ανθρώπους μας κάνει τόση εντύπωση;
Ναι, η ΕΡΤ δεν ήταν ανάμεσα στις πρώτες μου επιλογές! Πίστευα ότι ήξερα τις τοποθετήσεις και τις απόψεις που θα ακούσω -προτού ακόμα ειπωθούν- και, στο μεγαλύτερο μέρος, διαφωνούσα. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο ισχυρό, από τη διαφωνία μου αυτή, αυτό που εξέφρασε πολύ καλά ο Βολτέρος: «Μπορεί να διαφωνώ με την άποψή σου, αλλά θα υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τη λες». Η ΕΡΤ δεν πρέπει να εκπέμπει μόνο για την ενημέρωσή μας, όποια κι αν είναι αυτή, πρέπει πάνω από όλα να εκπέμπει γιατί έχει το δικαίωμα να το κάνει. Τι κι αν δεν πατήσω ποτέ το κουμπί που αντιστοιχεί στα κανάλια της; Θέλω να έχω την επιλογή να το κάνω. Όμως, πόσο περισσότερο να αναλωθεί κανείς στο να υποστηρίζει το αυτονόητο;
Οι άνθρωποι, τελικά, είναι καλύτερο να αντιδρούν έστω και καθυστερημένα, έστω και μόνο για τη θέση τη δικιά τους. Αρκεί όμως να το κάνουν. Καιρός και για τους δημοσιογράφους της ίδιας της ΕΡΤ να στοχαστούν πάνω στις επιλογές τους. Να γυρίσουν λίγο τον χρόνο πίσω και να ακούσουν τους εαυτούς τους να μιλούν. Και να θυμηθούν. Και να σκεφτούν. Και εμείς θα είμαστε εδώ για αυτούς, ακόμα κι αν εκείνοι δεν υπήρξαν εκεί για εμάς.
Έτσι θα γίνονται όλα από δω και πέρα. Σε μια μέρα. Αποφάσεις θα παίρνονται κι εμείς θα τις τηρούμε. Γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Ή, μήπως, γίνεται;


*Η Αιμιλία Καραντζούλη, 22 ετών, είναι τελειόφοιτη Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Αθηνών.







ΠΗΓΗhttp://www.protagon.gr/?i=protagon.el.anagnwstes&id=25200