Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Ένας διδακτικός μύθος του Αισώπου...


Ο μεσόκοπος με τις δύο φιλενάδες


Ένας μεσόκοπος που τα μαλλιά του άρχιζαν να ψαραίνουν, είχε δύο φιλενάδες, μια νέα και μια γριά. Η πιο μεγάλη, που ντρεπόταν να τα 'χει με νεότερό της αγαπητικό, φρόντιζε, όποτε πήγαινε σπίτι της, να του βγάζει τις μαύρες τρίχες. Η πιο νέα, επειδή απ' τη μεριά της της κακοφαινόταν να έχει γέρο εραστή, του τραβούσε τις άσπρες τρίχες. Κι έτσι μαδημένος πότε απ' τη μια και πότε από την άλλη, κατάντησε φαλακρός.











Από το βιβλίο "Αισώπου Μύθοι", εκδόσεις Ηριδανός

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Ο μύθος της Ψυχής

Η Ψυχή και οι 2 αδελφές της, κόρες ενός βασιλιά, είναι φημισμένες για την ομορφιά τους. Η ομορφιά της Ψυχής είναι παραπάνω από ανθρώπινη (θεϊκή) και προκαλεί το θαυμασμό όλων. Οι άνθρωποι άρχισαν να τη θαυμάζουν και να την λατρεύουν, λησμονώντας ακόμη και την Αφροδίτη. Ενώ όμως οι αδελφές της έχουν βρει σύζυγο, η Ψυχή παραμένει μόνη γιατί το κάλλος της φοβίζει τους μνηστήρες. Η ομορφιά της όμως ξυπνά τη ζήλια της Αφροδίτης για τη νεαρή καλλονή. Βλέποντας τα ιερά της να ερημώνονται, η θεά ζήτησε από το γιο της, τον Έρωτα, να τιμωρήσει αυτήν τη θνητή, κάνοντάς την να ερωτευτεί τον πιο αποκρουστικό άντρα του κόσμου, να την οδηγήσει σε "δυνατό έρωτα με τον ασχημότερο των ανθρώπων, θεόφτωχο, πάντα άρρωστο και κακομοίρη". Πράγματι, ο Έρωτας πήγε στην κάμαρα της κόρης κι εκτός από τα θανάσιμα βέλη του, είχε μαζί του και δύο κεχριμπαρένια δοχεία – το ένα με το πικρό νερό της λύπης και το άλλο με το γλυκό νερό της χαράς. Η Ψυχή κοιμόταν κι εκείνος έσταξε στα χείλη της μερικές σταγόνες πικρό νερό – όμως, η ομορφιά της άρχισε να τον αιχμαλωτίζει. Ίσα που την άγγιξε με την άκρη του βέλους του εκείνη ξύπνησε δεν μπορούσε να τον δει, όμως εκείνος είδε τα μάτια της και μαγεμένος από εκείνο το βλέμμα έστρεψε κατά λάθος το ίδιο του το βέλος στον εαυτό του. Έχοντας πέσει θύμα της δύναμής του, ο Έρωτας ράντισε με το γλυκό νερό τα μαλλιά της Ψυχής, θέλοντας να επανορθώσει το κακό που της είχε κάνει.

Καθώς περνούσε ο καιρός, η Ψυχή εξακολουθούσε να προκαλεί το θαυμασμό και τη λατρεία των ανθρώπων. Όμως, κανείς δεν την ερωτεύτηκε, κανείς δεν ζήτησε να την παντρευτεί. Απελπισμένοι οι γονείς της πήγανε στο Μαντείο των Δελφών και ο Απόλλωνας, δασκαλεμένος από τον Έρωτα, έδωσε τον τρομερό χρησμό του: «η Ψυχή δεν προορίζεται για γυναίκα κανενός θνητού, ο άντρας της την περιμένει στην κορυφή ενός βουνού, και είναι ένα αποκρουστικό τέρας, που κανείς, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, δεν μπορεί να του αντισταθεί». Ο χρησμός προκάλεσε θλίψη, όμως ποιος θα μπορούσε να αγνοήσει τα λόγια του θεού; Ο γάμος ετοιμάστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα πένθιμη, όλος ο λαός συνόδεψε με θρήνους τη νύφη στην κορυφή του βουνού και την άφησε εκεί μόνη της. Κι ενώ εκείνη περίμενε κλαίγοντας την εκπλήρωση του χρησμού, ο Ζέφυρος τη σήκωσε απαλά από τη γη και την έφερε σε μια ανθισμένη κοιλάδα. Η κόρη αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη κι όταν ξύπνησε, περπάτησε τριγύρω και είδε μπροστά της ένα λαμπρό παλάτι, που φαινόταν πως δεν το είχαν φτιάξει χέρια θνητού. Γοητευμένη, μπήκε στις εξαίσιες αίθουσες κι άκουσε μια φωνή να της λέει πως ό,τι έβλεπε ήταν δικό της και πως αυτό θα ήταν το σπίτι της από δω και πέρα. Αργά τη νύχτα, έφτασε και ο κύριος του παλατιού, η Ψυχή δεν μπορούσε να τον δει, όμως, καθώς έγειρε δίπλα της κι άρχισε να της μιλάει τρυφερά, όλοι της οι φόβοι εξαφανίστηκαν. Ήξερε πως ο άντρας της δεν μπορεί να ήταν ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά εκείνος που χρόνια περίμενε και ονειρευόταν. Δεν πέρασε καιρός και η Ψυχή άρχισε να νιώθει νοσταλγία για την οικογένειά της. Ζήτησε, λοιπόν, από τον άντρα της να της επιτρέψει να δεχτεί τις δυο της αδελφές και να τους δείξει πόσο ευτυχισμένα ζούσε. Εκείνος προσπάθησε να την αποτρέψει, προειδοποιώντας την για τις συμφορές που θα ακολουθούσαν. Όμως δεν μπόρεσε ν’αντισταθεί για πολύ στα δάκρυα και στις ικεσίες της και τελικά υπέκυψε, αφού προηγουμένως την έβαλε να του υποσχεθεί πως, ό,τι κι αν γινόταν, δεν θα επιχειρούσε ποτέ να τον δει.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Ένας διδακτικός μύθος του Αισώπου!




Το λιοντάρι, ο Προμηθέας κι ο ελέφαντας


Μια μέρα το λιοντάρι παρουσιάστηκε στον Προμηθέα.
-Έχω πολλά παράπονα του είπε.
-Με ποιον τα ‘χεις;
-Με σένα που μ' έπλασες.
Ο Προμηθέας παραξενεύτηκε.
-Με μένα τα ‘χεις τα παράπονα; ρώτησε. Μήπως δεν σ' έπλασα ένα αγρίμι μεγάλο κι όμορφο;
-Ναι, παραδέχτηκε το λιοντάρι.
-Μήπως δεν σου ‘δωσα δόντια δυνατά, που μπορείς να συντρίψεις μ' αυτά και τα πιο χοντρά κοκάλα;
-Μου τα ‘δωσες.
-Δεν σου έδωσα πόδια δυνατά και γρήγορα;
-Μου έδωσες.
-Δεν σου έδωσα νύχια δυνατά και κοφτερά;
-Κι αυτά μου τα έδωσες, παραδέχτηκε το λιοντάρι.
-Τότε, γιατί παραπονιέσαι με μένα, απόρησε ο Προμηθέας.
-Παραπονιέμαι γιατί, ενώ είμαι μεγάλο, όμορφο και δυνατό θηρίο, φοβάμαι τον πετεινό, του εξήγησε το λιοντάρι.
-Τότε με τον εαυτό σου να τα βάζεις και όχι με μένα. Η ψυχή η δική σου φοβάται τον πετεινό κι εγώ δεν έπλασα την ψυχή σου.
Το λιοντάρι κατέβασε το δυνατό του κεφάλι, γιατί δεν είχε τι να πει στον Προμηθέα, μια που εκείνος δεν είχε πλάσει την ψυχή του και μια που η ψυχή του έφταιγε, που φοβότανε τον πετεινό. Γύρισε λοιπόν στενοχωρημένο στο άγριο δάσος, όπου ζούσε και μερόνυχτα ολόκληρα βασανιζότανε μ' αυτή τη σκέψη: γιατί φοβότανε τον πετεινό;
Πώς θα ‘κανε να κατανικήσει εκείνο τον παράξενο φόβο του; Κι επειδή δεν έβρισκε καμιά λύση, αποφάσισε να αυτοκτονήσει.
Την ώρα λοιπόν που πήγαινε να αυτοκτονήσει, αντάμωσε στο δρόμο του ένα πελώριο ελέφαντα, που κουνούσε διαρκώς τα τεράστια αυτιά του.
-Πες μου, τον ρώτησε περίεργο το λιοντάρι, γιατί κουνάς διαρκώς τα αυτιά σου;
-Κουράζομαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς, του ομολόγησε ο ελέφαντας. Φοβάμαι αυτό το κουνούπι! Αυτό το μικροσκοπικό έντομο, που βουίζει διαρκώς, με κάνει και τρελαίνομαι από το φόβο μου, κι αλίμονό μου αν χωθεί μέσα, βαθιά στο αυτί μου.
Το λιοντάρι ακούγοντας εκείνα τα λόγια του ελέφαντα, γύρισε πίσω στη σπηλιά του.
«Τι ανόητο που ήμουν», έλεγε μέσα του, «να πηγαίνω να αυτοκτονήσω, γιατί φοβάμαι τον πετεινό. Εγώ είμαι πιο δυνατό κι από τον ελέφαντα ακόμη, μια που εγώ τουλάχιστον φοβάμαι τον πετεινό, ενώ εκείνος φοβάται το κουνούπι!»
Κι αποφάσισε να ζήσει, έστω κι αν φοβότανε τον πετεινό. Είχε πάρει, βλέπετε, θάρρος, μια που είδε πως υπήρχε και χειρότερος φόβος από το δικό του.







Πηγή

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Ο μύθος της αράχνης

Την εποχή που οι θεοί βασίλευαν γαλήνιοι και παντοδύναμοι στα συννεφένια κάστρα του Ολύμπου, σε μια μικρή πολιτεία της Λυδίας, τα Ύπαιπα, ζούσε η Αράχνη, κόρη του βαφέα Ίδμονα από την Κολοφώνα, υφάντρα ξακουστή σε όλον τον κόσμο για τα υφαντά που έφτιαχνε στον αργαλειό της αλλά και για την απαράμιλλη ομορφιά της.
Ήταν τέτοια η τέχνη της Αράχνης στην υφαντική, που ο κόσμος πίστευε ότι την είχε διδαχθεί από την ίδια τη θεά Αθηνά, που ήταν και προστάτιδα τούτης της τέχνης και ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της.
Αυτό όμως, δεν άρεσε στην Αράχνη, που δεν σταματούσε όχι μόνο να διατυμπανίζει ότι την τέχνη την είχε μάθει μόνη της, αλλά και να καυχάται ότι τα δικά της υφαντά ήταν ασυγκρίτως καλύτερα από εκείνα της θεάς. Και σε μια στιγμή έπαρσής της, τόλμησε να καλέσει την ίδια την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής....

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Η Αιγυπτιακή μυθολογία για τη δημιουργία του κόσμου


 Σύμφωνα με την Αιγυπτιακή Μυθολογία Ο Ατού, ο Δημιουργός στην αρχετυπική του μορφή γεννά τον Σου Τεφνούτ, μετά τον Γκεμπ (Γη) μαζί με τη Νουτ (Ουρανό ) και τέλος τους Οσιρικούς Θεούς με πρωτότοκο τον Οσιρι και κατά σειρά, , τον Σεθ, την Ίσιδα και την Νέφθυ δημιουργώντας την Εννεάδα της Ηλιούπολης.
Ο Όσιρις του οποίου το όνομα είναι ελληνική μεταγραφή της αιγυπτιακής λέξης λατρεύτηκε σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Ανήκει σύμφωνα με τον εσωτερισμό στους θεούς τους Γης και σχετίζεται κυρίως με τον Διόνυσο και τον Άδη. Γεννήθηκε στις Θήβες της Άνω Αιγύπτου κι ο Ρε μόλις έμαθε τη γέννηση του, τον κάλεσε πλησίον του και τον αναγνώρισε ως κληρονόμο του θρόνου του. Ήταν ωραίος, μελαχρινός και ψηλότερος όλων των ανθρώπων. Όταν ο πατέρας του αποσύρθηκε στον ουρανό τον διαδέχθηκε στο θρόνο της Αιγύπτου και αναγόρευσε βασίλισσα την αδελφή του Ίσιδα. Κατήργησε την ανθρωποφαγία και εκπαίδευσε τους ημιάγριους υπηκόους του στην κατασκευή γεωργικών εργαλείων. Ανήγειρε τους πρώτους ναούς, έφτιαξε τις εικόνες των Θεών, διατύπωσε την τάξη των τελετών και των οργάνων που συνοδεύαν τα τραγούδια. Ακόμα ίδρυσε πόλεις και έδωσε νόμους. Αλλά θέλησε να εκπολιτίσει και τον υπόλοιπο κόσμο. Άφησε αντιβασίλισσα την Ίσιδα και χάρις την πραότητα του , προσεταίριζε τη μία χώρα μετά την άλλη και αφόπλιζε τους κατοίκους με τα μουσικά όργανα. Αφού επέστρεψε βρήκε τα πάντα σε πλήρη τάξη, χάρις την Ίσιδα.