Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

"Λίγο πριν κοιμηθεί ένας καλός άνθρωπος", Δημήτριος Γκόγκας

-----------------------------------------------------

Όταν πλαγιάζει και κρυώνει
βάζει τα χέρια κάτω απ΄ το πάπλωμα
μην τ΄ αγγίξει η παγωνιά και τα σπάσει
Μερικές φορές κοιτά
με την άκρη του ματιού του την γυναίκα
που κοιμάται δίπλα του
και πιάνει την καρδιά του
Δεν θέλει να πεθάνει πρώτος
Θέλει να είναι δεύτερος όπως πάντα
 
Κάτω απ΄ την σκιά των σκεπασμάτων
μπορεί να δει πιο καθαρά
τους δικούς του που έφυγαν,
τους άλλους που κοιμούνται
και κείνους που έρχονται
για να γεράσουν μαζί του.
Όταν τον παίρνει ο ύπνος
είναι σίγουρος ότι έκανε το σωστό
αλλά πάντα στο βαθύ της ψυχής του
πεταρίζει ένα μικρό πουλί
έτοιμο να του κλείσει τα χείλη
να του αρπάξει με το ράμφος
την άκρη του σκεπάσματος.
 
Φοβάται πολύ
τρέμει μην πεθάνει πρώτος.

ΜΙΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ-ΤΑΙΝΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Γιάννης Κασσιός, Αθώος

Έχω σηκώσει το χέρι μου στον ουρανό,
ζωγραφίσα οξείες και περισπωμένες στον αέρα
και, μαγεμένος απ' την ίδια μου τη αίγλη,
πίστεψα μες στην παντογνωσία μου
ότι είμαι αρκετά πτωχός τω πνεύματι,
μακάριος για να βυθίζω το κορμί μου
στην αυταπάτη τη γλυκιά του ενάρετου,
στη ζαχαρένια γεύση της αυτοδικαίωσης.

Εγώ αθώος.

Έχω χτυπήσει τη γροθιά μου στο τραπέζι.
Φώναξα μέσα απ' το στομάχι μου την αγανάκτηση
για τον εγωισμό των ανθρώπων
και για τον φθόνο τους που με τρυπάει από παντού.
Να σας θυμίσω, ρε ρεμάλια.

Εγώ!  Αθώος!

Εγώ που έφυγα από τη Φυλακή μου
και βρήκα την ελευθερία κάπως άβολη,
στα γρήγορα μιαν άλλη Φυλακή ζωγράφισα τριγύρω μου.
Και κάθε μέρα που ξυπνώ,
βάζω τα κύτταρά μου να πιστεύουν,
με όλη τους τη δύναμη,
ότι τα νοερά της κάγκελα είναι φτιαγμένα από ατσάλι.
Τι βολικά που δε μπορώ να βγω απ' το κελί για να φονεύσω!

Εγώ;  Αθώος...

Μια μέρα η Γη-Γυναίκα άνοιξε τα πόδια της
όχι να πάρει ηδονή, μα να προσφέρει ωδύνη
τα μάτια μας πλημμύρισαν Φως
στα χέρια τους οι άνθρωποι κρατήσανε για ένα δευτερόλεπτο το Άπειρο
τα στόματα ανοίξανε και πήρανε το σχήμα της Κραυγής

Κραυγή μες την Κραυγή κι Αυτός
Φως εκ Φωτός
Άπειρος σε όλα

Και ξαφνικά ήμουν ένοχος
και κρατούσα στην αγκαλιά μου ένα μικρό Αθώο που έκλαιγε και έτρεμε

"Η λύπη που πέφτει ", Λουκάς Λιάκος









Που καταλήγει αυτή η λύπη που πέφτει από τα χεράκια σου
μέρες συνθλίβεται χτυπά, συλλέγει τα μέλη της
επιστρέφει και ζει απέραντη
υποταγμένη.

Αν εμείς το δέρμα που στάζει, αν εμείς τα πουλιά που διψούν
στις αποθήκες εύκολα φωνάζουν τα μάτια, κάτω από τα κλαδιά
είναι ο πόθος, η γλυκήτητα είναι χορτάρι χρυσό, οι επιθυμίες τρέχουν
λερώνουν κόκκινα, πεθαίνουν στα θολά μας βογγητά τα νυφικά η άμμος
στα πόδια σου είναι, έργο ανθρώπινο, άνθρωποι που ήσυχα μαζεύτηκαν
ένα ποτάμι μέσα στα ποτάμια, ένα όμορφο βράδυ μέσα στα όμορφα βράδια
σκέφτομαι πως είναι πάντα μια σφαίρα μέσα στο κεφάλι μου
ή κάποιος που με κοιτάζει σαν αυτοκρατορία, σα κορυφή.

Που καταλήγει αυτή η λύπη τώρα που το φθινόπωρο έρχεται βαθιά γκρίζο
ζεστό και κάθε νύχτα κρύο στα χείλη και στην αναμονή ευτυχές
για τη λύπη που πέφτει από τα χεράκια σου, φορτωμένο με βραχιόλια
με πέργκολες, ντυμένο με χαμόγελα που κωπηλατούν αποτρόπαια
πρόθυμα κοιτάζει στα παράθυρα, κοιτάζει τη βροχή και τις φλόγες
έλεος σου λέει μη στέκεσαι μιας και το χώμα σου είναι βαρύ μα με ποιότητα
κλαις και τι σημαίνει να κλαις, είσαι περίπτωση ή μια χρυσόσκονη
με χείλια, με μακιγιάζ πιστή και πρώην, πες για τη λύπη.

«Ξεδιπλώνεται, κυματίζει μα είναι μάταιη και ξαφρισμένη, ηλιόλουστα οι ελπίδες φθίνουν
και η λύπη πέφτει λουλουδένια μούχλα μες από τα χεράκια μου. Εκεί
βρίσκονται η ματιά με το φως και το λέμε σημείο, εκεί καταλήγει. Κι όμως
από τα σύννεφα στη στάχτη βρίσκονται το λιβάδι με το θηρίο, φρουρούν το φόβο μου
οι ανάσες τους είναι βήματα που με περιφρονούν, φθάνουν κάθονται κλαίνε
η ομορφιά, η αλήθεια  είναι μια ζύμη, μια λάσπη το κρύο σε όλα, σε όλα που λείπουν
οι γραμμές στα νέα όνειρα, ο βρόγχος της αδυσώπητης θάλασσας, μια κάστα αγίων
που γονατίζει σε όλα, σε όλα. Αχ μισητό τριαντάφυλλο, ποιος εμφανίζεται;
Τι έχω κάνει;»

Ένα λιμάνι που μας εξαπατά και πάλι χάνεται είναι η αγάπη που έχει πεθάνει.
Είναι η λύπη που πέφτει ανάστατα ήσυχη, άκουσε το δάσος και τον άγριο ίσκιο
τις φωλιές, είναι εκεί το όμορφο ελάττωμα η κραυγή, η θλιβερή διακόσμηση άκου
πόσες πόρτες χτυπά ο αέρας, πόσα νερά και φουσκάλες έχει ο Θεός που ισχυρίζεται
πως σου μιλά από την έρημη Εδέμ.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

''Το δέντρο", Δ.Π Παπαδίτσας















Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών

Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι

Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών

Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους

Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Χειμώνας - Μίλτος Σαχτούρης

Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

" ΠΡΟΣΕΥΧΗ' ,Αλέξης Αντωνόπουλος








α'

Δεν μπορώ να γράψω εδώ.
Συνέχεια θόρυβος.
Συνέχεια.
Δεν
    σκάνε
            ποτέ.
Και όλοι φαίνονται το ίδιο
κι εγώ φαίνομαι το ίδιο με αυτούς.

Και τώρα έχει θόρυβο.
00:32 και δεν σκάνε.
Δεν σκάνε.

Αλλά πρέπει να συνεχίσω να γράφω.
Δεν μπορώ να χάσω κι αυτό.
Δεν πρέπει να ξεχάσω.







β΄

Εύχομαι να διαβάζεις αυτό το ποίημα.
Αν το διαβάζεις, σημαίνει πως τα κατάφερα.
Ή τουλάχιστον κατάφερα να πω κάτι αληθινό εδώ
και ν' ακουστώ από σένα.

Έχει ησυχία εκεί που είσαι τώρα;

Αν έχει ησυχία, μην κρίνεις τις λέξεις μου αυστηρά.
Οι λέξεις είναι δύσκολες για μένα τώρα, μα θέλω να τις έχεις.

Αν έχει θόρυβο εκεί που είσαι
ή αν ακόμα κι η ησυχία σε κουφαίνει,

όπως συμβαίνει όταν η σιωπή κρύβει
τα όνειρα
που κάποτε μας χρέωσαν ως αμαρτίες,

τότε θέλω να ξέρεις πως είμαι εδώ
με το τετράδιο μου ανοιχτό
και προσπαθώ να μην ξεχάσω.

Παλεύουμε ενάντια σε μια αόρατη απειλή
έναν αιώνιο πόλεμο
που σαν ονομάσουμε με λέξεις
χάνεται
για να επανεμφανιστεί ως μια καινούργια λέξη
ένα καινούργιο δόλωμα που θα ματώσει τα χέρια
όσων προσπαθήσουν να το πνίξουν.

Και κοιτάζοντας τις παλάμες μας
θα δούμε μονάχα το αίμα·
το δικό μας και των αδελφών μας.

Κι εκείνο που προσπαθήσαμε να πνίξουμε
θα ζει και θα μας μαστιγώνει
και θα μας σκοτώνει
κάθε μέρα
μέχρι εσύ
να ονειρευτείς το όνειρο που μας αξίζει.







____________________________________________________________________________
Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο
www.alexantonopoulos.com .

"ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ", Β.Α


Είχαν χαθεί σε κάποια άβυσσο
απ' όλους και απ' όλα προδωμένοι
οι τελευταίοι οι καθυστερημένοι
άλλων καιρών ψάχνουν να βρουν παράδεισο.

Μαγδαληνές δακρύβρεχτες αμετανόητες
ενίοτε και Φρύνες Μεσαλίνες
σε στωικές και βρωμερές ερωτοκλίνες
οικονομίας αδερφές ανόητες.

Η κάθε πόρνη να δει τη μεγαλωσύνη τους
κι οι γυαλογύφτοι να χουν το χρυσό αιώνα
σε ψεύδους σε απάτης τον αγώνα
να διαλαλούν φτηνά την καλωσύνη τους.

Μπορτέλο έχουνε μια άγνωστη πατρίδα
πρόοδο μας τη λεν κι είν' καύχημά τους
με ό,τι ανήθικο και φαύλο αυτοί σιμά τους
σφάζουνε κάθε μέρα την ελπίδα.




Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

"ΚΕΝΤΑΥΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ",Αντώνης Μπουντούρης








Μισά λόγια
Μισές πράξεις
Ολες οι ημέρες.
Ζύγισα τις ματαιώσεις.
Οι οπλές του οράματός μου
Δεν γλυστρούν.
Η τρίστομη Οινοχόη
στάζει νάματα Πίστεως-μεστά
Κι η Αντοχή το Επαθλό μου.


" Προσφυγιά", ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΛΕΙΤΣΑΣ

















 Η μάνα είχε εννιά γιους
τους έστειλε στα τέσσερα ξένα
για να βρουν αρετή.

Το σπίτι τό σφιγγε κρύο, φαρμάκι
κι η μάνα έδιωχνε το Χάρο
κλείνοντας τον κόρφο της.

Τα ξένα είχαν μιαν όσφρηση από μαραγκιασμένο κυδώνι
και μιαν αφή από βάρος
όπως πατούσε το συννεφένιο άλογο.

Οι εννιά γιοι ήταν από μολύβι και νετρόνιο
έτρεχαν με δυσκολία στον πλανήτη
και γίνονταν αδέρφια, ανοίγοντας
τις αρτηρίες της καρδιάς τους.

                                            

"Αντικατοπτρισμοί",Περικλής Χατζηστυλλής


Κι ήσουν φωνή που έβγαινε
απ΄τη σκουριά της πέτρας,
κι ήσουν πουλί που πέταγε
φορώντας το χαμόγελο του Ήλιου,
κι έσκαβες με το δάκρυ σου
σταλιά, σταλιά
τον όρκο που σου όρισε
μια σπιθαμή το βιος σου...
Κι ήσουν αγέρας κι ουρανός
και του χελιδονιού
το μαύρο το φτερό
που σπάει στο πέλαγο
της μνήμης τον καημό,
σαν μνημονεύει ο ίσκιος του Θεού
το Φως
στον αναστεναγμό...