Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Απόσπασμα από την "Πρώτη νίκη" της Π. Δέλτα

 Mια μέρα είδα την πόρτα του κήπου ανοιχτή και βγήκα στο δρόμο. Eίχα χαρά μεγάλη που βρέθηκα στ' ανοιχτά. Mου φάνηκε ξαφνικά ο κόσμος όλος δικός μου. Δεν είχα μπροστά μου κάγκελα και περικοκλάδες που σταματούν το μάτι. Ήμουν ελεύθερος να πάγω όπου θέλω, να κατακτήσω καινούρια μέρη, να δω καινούρια πράγματα.
    Mόλις όμως έτρεξα λίγα βήματα, ακούω φωνές:
    ― Mάγκα! Mάγκα!
    Kαι καθώς σταμάτησα να δω τι τρέχει, με αρπάζει ο Άλης καταλαχανιασμένος από το τρέξιμο, και με φέρνει πίσω, σηκωτό, σκλαβωμένο, κι έκλεισε πάλι την καγκελόπορτα πίσω μας.
    Eίχα φούρκα τον Άλη που εξασκούσε απάνω μου τυραννική κηδεμονία. Πλήγωνε και το φιλότιμό μου.
    Kατσουφιασμένος πήγα και κάθησα στον ήλιο, εμπρός στο σπιτάκι μου, και ακούμπησα κακιωμένος το σαγόνι μου στ' απλωμένα μου πόδια.

Λάμπεις παρακμή - Κιχέμ


Λάμπεις παρακμή!
Την ανάγκη λιώνεις, για δες! Χρυσόσκονη.
Τα δάκρυα; Τον πόνο; Την πείνα;
Ένα γραμμάτιο, υπογράψτε εδώ.

Κι' ένα σταυρό βαπτιστικό, απ'το το στέρνο στο χυτήριο.



κιχεμ

Έρως ονειρευόμενος - Θάνος Πάσχος (εκδ. Γαβριηλίδης)


Τα του έρωτος - Μάνος Τσεμπερλής




Τα του έρωτος τα σκιρτήματα
Ήσαν της μοίρας μου τα πιο πικρά σημάδια.
Και αχ εκείνο το όνειρο, το φτωχό
Για πατοντινή αγάπη πόσο ψευδές και αυτό!
Μέσα στη τόση μοναξιά της βάφτισης, της γέννησης
Ένας φάρος να φέγγουν οι έρωτες
Με τα λιόδεντρα και τις ανεμώνες να ξαποσταίνουν
Καρτερώντας νωχελικά της καρδιάς μας το σημάδι.
Μα τα χρόνια αίωνας.
κανείς να ρωτήσει πόσο κρατά η αιωνιότητα
Μόνο ο χρόνος ο διδάσκαλος
Να προφέρει δειλά και τρυφερά
Την παροδικότητα της στιγμής.

Γιατί αγάπη μου τι είμαστε,
Παρά ένα μικρό σύννεφο μέσα στο χάος της ύπαρξης.
Γιατί αγάπη μου τι είμαστε,
Αν όχι στιγμές χαμένες στου χρόνου το βάθος.
Γιατί αγάπη μου τι είμαστε,
Παρά το τίποτα ενός ονείρου.

Εμείς οι παράνομοι εραστές,
που ζήσαμε τόσα πολλά
εμείς που γευτήκαμε το νέκταρ των σπινθηροβόλωνματιών μας,
που ταξιδέψαμε στο αρχιπέλαγος των αισθήσεων.

Αγάπη μου σε καλώ
εγώ ο καταφρονημένος σου εραστής,
στο αδιέξοδο πάθος μας
να με συντροφεύσεις για μια ακόμη φορά
πριν τη στερνή στιγμή του ονείρου,
πριν οι ανάσες μας ταξιδέψουν για άλλα σύμπαντα.
Αγάπη μου σε καλώ
εκεί που σου κράτησα το χέρι
πριν οι ρόζοι του τέλους σχηματιστούν στα χέρια μας.

Αγάπη μου σε καλώ
πες μου το όνομα σου
σαν να γνωριζόμαστε για πρώτη φορά,
γιατί αν με θράσος θέλουμε
έστω και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου
να πιστέψουμε
πως ετούτος ο έρωτας είναι παντοτινός, αιώνιος
σύμβολο για απογόνους που δε θα γνωρίσουμε΄
πρέπει να τον ζούμε κάθε μέρα από την αρχή

Έλα δώσ' μου το χέρι σου,
μαζί να τρυπήσουμε σαν αστραπή
σαν το άπιαστο βέλος τον φόβο.
Έλα δώσ' μου το χέρι σου
τάραξε το μέλλον
όπως συντάραξες το κάθε κύτταρο
ενός ανθρώπου που δεν υπήρξε έξω από εσένα.

Τα του έρωτος τα σκιρτήματα
Ήσαν της μοίρας μου τα πιο πικρά σημάδια

Ξεκινώντας τη μέρα με Κάλβιν Κούλιτζ...

Το να εισπράττεις περισσότερους φόρους απ’ όσο είναι απολύτως απαραίτητο, είναι έννομη ληστεία.

Καλό Σαββατοκύριακο!


Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Μια καλά κρυμμένη «όαση» εντυπωσιακής ομορφιάς!


Στο Εθνικό Πάρκο Karijini, στην απομακρυσμένη ανατολική Pilbara της δυτικής Αυστραλίας δεσπόζει το φαράγγι Hancock Gorge, διάσημο για τους εκπληκτικούς χρωματισμούς των βράχων του. Κάπου ανάμεσα μια καλά κρυμμένη «όαση» είναι γνωστή σε λίγους. Η περίφημη Kermit’s Pool είναι μια φυσική πισίνα με καταγάλανο νερό στη θέα της οποίας ο επισκέπτης μένει άναυδος.
perierga.gr - Μια καλά κρυμμένη "όαση" κόβει την ανάσα!
Ένα από τα ωραιότερα σημεία του Πάρκου όπου τα χρώματα εναλλάσσονται με μεγάλη ταχύτητα, ανάλογα με την ώρα της ημέρας και τη θέση του ήλιου. Από τιρκουάζ και ανοιχτό γαλάζιο μέχρι σκούρο πράσινο και μπλε, η φυσική καταβόθρα αποτελεί χωρίς υπερβολή ένα «διαμάντι» της περιοχής. Επιπλέον, μικροί καταρράκτες ρέουν στο εσωτερικό της προσφέροντας ένα επίσης εντυπωσιακό θέαμα.
perierga.gr - Μια καλά κρυμμένη "όαση" κόβει την ανάσα!

Χώμα ελληνικό - Γεώργιος Δροσίνης


Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.

Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.

Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.

Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.

Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.









Πηγή

Στα μάτια σου η πύλη μου - Αναγνώστης Κωνσταντινίδης

Φέρνω τα μάτια σου στο φως και το σκοτάδι φεύγει
έμεινε πόνος ορφανός
μια κούραση μεγάλη
χάνω τις ώρες σαν πονώ, αυτόν που με κλαδεύει
μου κόβει φύλλα της ψυχής στο κίτρινο δοσμένα
το φως δεν ήτανε χολής
ούτε ρυτίδες ψέμα
έδειχναν πτεροδάκτυλο τον χρόνο στο τιμόνι
έμοιαζε στο παράξενο το φως απορημένος
χωρίς το σχήμα να ζητά μέσα του να τον βάλει
μύριζε θειάφι του φθαρτού ρυτιδοτσικνομένο, μύριζε
χρόνους της αυγής
μοίραζε υποσχέσεις
είχε και στο τσουβάλι του στιγμές που σε τρυπούσαν
κραυγές των λύκων εποχής
δόντια σε άδειες θέσεις γεμάτα αίμα του θυμού, θλίψης
παρανυχίδα, χτυπούν καρδιά μικρού παιδιού
σάρκες με καταιγίδα
εκρήξεις ατελείωτες λάβα το διάβα καίει
τον πανικό αισθήσεων κάνουν να παραπαίει.
Μάτια μου πενταπόστακτα γλυκοκαστανομένα
μάτια μου αγγελόφερτα ζαχαρομελωμένα μέσα σε κόγχες
των γλυκών κυττάρων της ευχής μου
δώστε στο μέτωπο σκιές, μετώπη μιας αψίδας
σκιές που σάρωσαν σκιές
σκιές που σκότωσαν το χθες
μέσα στο χθες σε είδα, μελιανθό οροσειράς
σε μια ανάσα γκρίζα, πήρα το ψυχανέμισμα με άλικο χορό
μέθυσαν πρόποδες χαράς
και το πρανές ελπίδας
μέθυσαν μάτια μου σφυγμοί και προδομένοι πόροι
έσπασε πόθος σαν γυαλί
ήταν σκληροί οι όροι, ψηλά τα όρη της χαράς
ψηλότερα του πόνου
αντάμωσαν τα σύννεφα στο γνέψιμο του ήλιου, σεισμός
σεισμός ματάκια ζωγραφιά πολυβασανισμένα
που τόσα λίγα λέγατε μες το πολύ της ήβης
μες το καυτό της σιωπής πόνο φορτώνει τύρβης
δάκρυα με παράπονο και κάτι που δεν βγαίνει
μάτια μου λιανοτράγουδο λιανίζω ν’ ανασαίνει.





161. Ποιητική Τριήρης Σεπτέμβριος 2012 Α. ΚΩΝ/ΝΙΔΗΣ

Ενύπνιο - Γιάννης Παγώνης


Αψιά μελαγχολία στη Χαλκίδα.
Οι θάλασσες παρθένες. Καφενεία
ολόφωτα να τέμνουν τη πενία
μιας εποχής ολάκερης.

Σε είδα στιχάκια να σκαρώνεις πλεχτορίμα,
βουτώντας το φτερό σου στη μελάνη.
Σου γύρισα: <<Τι φτιάνεις μπάρμπα-Γιάννη;>>
Μέτρα πιο πέρα έσερνε το βήμα,
 


 στρατιώτης βουτηγμένος σ΄άγρια πλήξη.
Γραφεία κηδειών, ντοκ φρικαλέα,
μπλόκια. Με μάτια πάντα νυσταλέα,
έκανες για μποτίνια, κάποια νύξη αόριστη.

Συ Μέγας Τελετάρχης
και γω ένα παιδόπουλο κρυμμένο
στις φούστες της μάνας. Κέρινο τρένο
σφύριξε, πάει. Ξυπνώ. Δεν υπάρχεις.

Απώλεια - Μεσολογγίτισσα

Μετράω απώλειες
σαν κέρματα σε παγκάρι εκκλησίας.
γέμισε η ατζέντα μου με τηλέφωνα πεθαμένων.
τα καλώ τις ώρες που βραδιάζει,
μα κι αυτά είναι νεκρά...
δάκρυ στο δάκρυ,
μεγαλώνω τη γέφυρα του χαμού,
ανάμεσα σε δυο ποτάμια που περιμένω να σμίξουν.
και εσύ
την ώρα που θα την διαβαίνω,
πέρνα με το ποταμόπλοιο της συγνώμης απο κάτω,
και μ΄ άσπρο μαντήλι,
αποχαιρέτα με!