Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Word Chimes (έργα αναγνωστών)

Κάθε φορά που έρχεται το καλοκαίρι θαρρώ πως οι σκέψεις μου παίρνουν κάτι απο το φώς του ήλιου.
Πως όταν αντανακλούν οι ηλιαχτίδες του πάνω στο νερό; Κάπως έτσι.

Και το κορμί μου νομίζω αποζητά την αλμύρα. Σάμπως γίνεται πιο νόστιμο;

Αν ρωτήσετε και τα μαλλιά μου, καλοκαίρι θα σας αποκριθούν. Το απογευματινό αεράκι που τα χαιδεύει έτσι όπως ανθρώπινο χέρι δεν μπορεί.

Ξεχάστε μόνο τα μάτια μου. Ζαλισμένα και θολά κοιτούν. Δεν τους φτάνει μόνο μια εικόνα.
Άπληστα...Διψασμένα...Αχόρταγα...

Word Chimes

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Μαρέα” του Νίκου Καββαδία

[Ακούστε το ποίημα εδώ σε μελοποίηση Θάνου Μικρούτσικου και εκτέλεση Γιάννη Κούτρα και Χρίστου Θηβαίου.
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το ανάλογο υπόμνημά μας στο ποίημα "Καφάρ"]
“Είναι αξιοπερίεργο”, γράφει χαριτωμένα συνάδελφος blogger, “πως ενώ δεν καταλαβαίνεις σχεδόν ούτε μια λέξη, δεν βγάζεις ένα νόημα, [το ποίημα "Μαρέα"] σε πιάνει…”.

Καλημέρα σας...

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Άλλη μια όμορφη καληνύχτα...

Σταμάτης Σπανουδάκης- Κύματα

Ποιητική- Μανόλης Ἀναγνωστάκης

Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ανδρέας Εμπειρίκος- Η ΑΝΟΔΟΣ




Η ΑΝΟΔΟΣ

Οι λέξεις όταν πέφτουν στο σώμα της νυκτός
Μοιάζουν με καράβια που τις θάλασσες οργώνουν
Με άνδρες που σπέρνουν και γυναίκες που μιλούν
Μέσα στους ποππυσμούς των φιλημάτων
Σαύρες περνούν μέσα στα ρίγη των ακτών
Πελάγους που απλώνεται μέχρι την άμμο
Με πλαταγίσματα με παφλασμούς
Ολίγον πριν ο ήλιος ανατείλη
Ενώ ακούονται φωνές των ραψωδών της ύλης
Και αλαλαγμοί αλέκτορος ορθίου
Επί μιας στήλης άλατος χωρών μεσημβρινών

Νυν απολύοις - Παύλος Νιρβάνας


   O Στρατής το στοιχειό –έτσι ακουγότανε τώρα σ' όλο το νησί, χρόνια και χρόνια– δεν αγαπούσε τον κόσμο και ζούσε πάντ' αλάργα απ' τους ανθρώπους. Aπό παιδί μούτσος στα Σκοπελίτικα καράβια και πιο ύστερα ναύτης και λοστρόμος και καπετάνιος, και τώρ' ακόμα, πούχε παρατήσει τις θάλασσες, γέρος ογδοντάρης, κι έπιασε τους γιαλούς, με τη μικρή του ψαρόβαρκα, τη «Mαχώ» –της μοναχοκόρης του τ' όνομα– δεν άλλαζε όλα τα καλά του κόσμου με τη μοναξιά του. Έτσι του κόλλησε και το παρανόμι. O Στρατής το Στοιχειό με τ' όνομα. Ωστόσ' ο Στρατής δεν ήτανε και τόσο μονάχος, στη μοναξιά του. Eίχε τους συντρόφους του. Kι αν δεν τους έβλεπε ο κόσμος, τί τάχα; O Στρατής γελούσε από μέσα του. «Tα μάτια του κόσμου, σα δεν είναι στραβά, αλλοιθωρίζουν, έλεγε κάποτε με τον εαυτό του. Λίγα πράματα βλέπομε με τα μάτια μας. Kι όσα δε βλέπομε, είναι τα περισσότερα». Kαι σαν άκουγε το παρανόμι του έλεγε μέσα του περήφανος: «Στοιχειό και με τα στοιχειά ζω...».

Μίλτος Σαχτούρης- Ἡ πηγή


Ἡ πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου
γιὰ ξαναβγὲς καὶ πάλι
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
δὲν ἔκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
τὸ φοβισμένο πρόσωπο
θέλω νὰ δῶ
τὸ φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι καὶ πάλι
τότε
ὅλο τὸ σῶμα μου ἦταν
μιὰ πληγὴ
φεγγάρι
μιὰ πηγὴ
καὶ φώτιζε
τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
τώρα
πάλι καὶ πάλι

Μοναξιά - Ζωή Καρέλλη


zoi-karelli.jpg

 Μοναξιά

Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη
την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;
Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά
έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια
με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων.
 

Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα
μένουν αδιάλλαχτα, σα να μην υπάρχει
θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει...


Vicente Valero, Ποιήματα (μτφρ: Αθηνά-Στυλιανή Μίχου)


Φύλλα του δάσους
Ι
Ιεροί δεσμοί σαν ρίζες, δίχτυα αόρατα.
Η γραφή της άνοιξη χύνει το χρωματιστό μελάνι μια φορά ακόμη
στο σκοτεινό, πυρετώδες, στρώμα, του μοναχικού ζώου.
Ποτέ δεν το σώζει, αλλά του λεεί με τί ρούχα να φύγει.
ΙΙ
Λέξεις που έχουμε δει να βουλιάζουν, μόνες τους, νύχτες πολλές,
στα σκοτεινά νερά αυτού του ποταμού.
Κάποιο έλαφι που είδα έπινε τότες, καθάριζε τις αόρατες
πληγές του.
Μια καινούρια γλωσσα αναγεννιόταν στα σκοτεινά, τρεμάμενη σα νυχτόβιο
ζώο, καιόμενο ώς το πρωί.
ΙΙΙ
Νερό που πίνει το πουλί του Oκτωβρίου στην παλάμη του χεριού μου:
νερό που φωτίζει το μυστικό του δάσους...

Αρθούρος Ρεμπώ - Ανθρώπινη εργασία