Μεριμέ Πρόσπερ, Νουβέλες ΙΙ, μτφρ. Ντορέττα Πέππα, Δελφίνι, Αθήνα, 1995.
ΤΑΜΑΝΓΚΟ
[...] Έμεναν ακόμα καμιά τριανταριά σκλάβοι. Ήταν παιδιά, γέροι, φιλάσθενες γυναίκες. Το πλοίο είχε γεμίσει.
Ο Ταμάνγκο, που δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτό το σκάρτο περίσσευμα (ενν. των σκλάβων), έκανε την προσφορά στον καπετάνιο να του το πουλήσει για ένα μπουκάλι ρακί το κομμάτι. Η προσφορά ήταν δελεαστική. Ο (καπετάνιος) Λεντού θυμήθηκε ότι στην παράσταση του Σισιλιάνικου Εσπερινού στη Νάντη είχε δει μεγάλο αριθμό χοντρών και ευτραφών ανθρώπων να μπαίνουν σε μια ήδη γεμάτη πλατεία και να καταφέρνουν τελικά να καθίσουν, χάρη στο συμπιεστό των ανθρώπινων σωμάτων. Πήρε τους είκοσι πιο σβέλτους από τους τριάντα σκλάβους...