Τετάρτη 2 Μαΐου 2012
Γιώργης Παυλόπουλος (1924-2008)
Τα αντικλείδια
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν...
Λούις Κάρρολλ - "Είμαστε όλοι τρελοί εδώ"
Κάρρολλ Λούις, Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, μτφρ. Μένη Κουμανταρέα, Ερμείας, Αθήνα, 1982.
Βλέποντας την Αλίκη, ο Γάτος συνέχεια χαμογελούσε. Φαινόταν ένας αγαθός γάτος, ωστόσο επειδή διέθετε τρομερά νύχια και πολλά δόντια, η Αλίκη ένιωσε πως έπρεπε να του φερθεί με σεβασμό.
«Ψιψίνε του Τσεσάιρ», δοκίμασε να κάνει δειλά την αρχή, μιας και δεν ήξερε καθόλου, καταπόσο θα του άρεσε αυτή η προσφώνηση˙ παρ’ όλα αυτά, εκείνος συνεχώς φάρδαινε το χαμόγελό του. «Άντε, το πετύχαμε, μέχρι στιγμής μοιάζει ευχαριστημένος», σκέφτηκε η Αλίκη και συνέχισε: «Παρακαλώ σε, Γάτε, μπορείς να μου πεις ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσω για να φύγω από δω;»
Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης - Κ.Π. Καβάφης
Άρεσε γενικώς στην Aλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Aριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Aγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Aριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Aγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Απόσπασμα από τη "Φωνή του δράκου" του Αλ. Παπαδιαμάντη.
Εις το μικρόν τούτο υπόστεγον εύρισκεν αναψυχήν, κι εκοιμάτο την νύκτα, καθώς ήτο κουρασμένη διαρκώς από τας εξοχικάς εκδρομάς και τας εργασίας τας οποίας δεν έπαυε να εκτελεί ανά τους διαφόρους αγρούς της∙ είχε κτήματα άξια λόγου η γεροντοκόρη, αν και πολύ βεβαρημένα με χρέος, χαρά δε και παρηγορία της, ελπίς και απαντοχή της, ότι θα κατώρθωνεν επί τέλους, από χρόνον εις χρόνον, να εξοφλήσει αυτό το χρέος – το οποίον εκολλούσε ως ψώρα και επληθύνετο ως η κάμπη εις τα φυτά – ήτον να τρέχει από αμπέλι εις χωράφι, και από χωράφι εις ελαιώνα. Δεν έπαυε να εκτελεί μόνη, κατά περιόδους και ώρας, όλας τας αγροτικάς εργασίας όπως συνηθίζουν αι γυναίκες∙ το θειάφισμα, το αργολόγημα, τον τρύγον, και προ πάντων την συλλογήν των ελαιών, διαρκούσαν επί τινας μήνας του φθινοπώρου και του χειμώνος.
Γεώργιος Δροσίνης-Το βοτάνι της αγάπης (απόσπασμα)
Μετ' ὀλίγον ἐφάνησαν ἐρχόμενοι πρὸς τὸ καφενεῖον τρεῖς προσωπικότητες τοῦ τόπου: ὁ κύριος ἔπαρχος, ὁ κύριος ταμίας καὶ ὁ κύριος ἀνθυπομοίραρχος.
Καὶ ὁ μὲν ἔπαρχος ἐφόρει ψιάθινον πῖλον καστανόχρουν καὶ ἐπενδύτην στακτοποίκιλτον καὶ λευκὸν λαιμοδέτην μετ' ὀρθῶν περιλαιμίων καὶ πλατυτάτην ρεβινθόχρουν περισκελίδα, ὁ δὲ ταμίας καστόρινον καστανὸν πῖλον καὶ λινὰ νεανικὰ ἐνδύματα. Ἦσαν οἱ δύο μέσης ἡλικίας· ὁ ταμίας εἶχε τὸν πώγωνα ξυρισμένον καὶ μόνος ὁ μύσταξ μαῦρος, παχύς, στιλπνὸς ἐκάλυπτε τὰ χείλη καὶ μέρος τῆς σιαγόνος προσκλίνων ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Οἱ ὀφθαλμοί του ἦσαν μεγάλοι, πλήρεις σοβαρᾶς ἀγαθότητος καὶ αἱ ὀφρῦς τοξοειδεῖς συνηνοῦντο ἐπάνω ἀπὸ τὴν μύτην. Ὁ ἔπαρχος ἐκάλυπτε τοὺς ἀλληθώρους ὀφθαλμοὺς διὰ μεγάλων πρασίνων διόπτρων καὶ διετήρει πώγωνα ψαρρὸν βαθέως ψαλιδισμένον. Ἐθεωρεῖτο μικρορραδιοῦργος καὶ κουτοπόνηρος, ἐνῷ ὁ ταμίας εἶχε φήμην ὑπαλλήλου αὐστηροῦ εἰς τὸ καθῆκον καὶ ἐν γένει ἐντίμου καὶ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου.
"Το σονέτο του μεσονυκτίου" του Ιωάννη Μαλακάση.
Ὅλα σβησμένα γύρω μου, στὴ πάχνη ὅλα κρυμμένα,
χαμένα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς κ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι κάτου,
μὲ τὸ βαρὺν ἀέρα τους μὲ πνίξαν ξάφνου ἐμένα
θαμπώνοντάς μου τὴ στεγνὴ ρονιὰ τοῦ ἀναβλεμμάτου.
Καλημέρα με Λορέτζο Μαβίλη για πρώτη φορά στη σελίδα μας.
Λήθη
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε...
Τρίτη 1 Μαΐου 2012
Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως - Νικόλας Άσιμος (Αναζητώντας Κροκανθρώπους, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΕΛΑΓΟΣ)
Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ' ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις.
Αλλά δε θα 'μαι πια εγώ. Θα ΄ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δε με άντεχες.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν' αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με τη φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Κι ας σου φαίνεται γελοίο.
Κι ας μου φαινόταν γελοίο.
Αλλά δε θα 'μαι πια εγώ. Θα ΄ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δε με άντεχες.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν' αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με τη φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Κι ας σου φαίνεται γελοίο.
Κι ας μου φαινόταν γελοίο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





